ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γ. Παπανδρέου ο κυρίαρχος των σεναρίων

Η πιο ενδιαφέρουσα ατάκα των προηγούμενων ημερών είναι αναμφισβήτητα αυτή του Θόδωρου Ρουσόπουλου ότι οι ΠΑΣΟΚοι «δεν έχουν το Θεό τους». Μία πρόχειρη σημειολογική ανάλυση αυτής της φρασούλας καταδεικνύει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από την προσπάθεια του εκπροσώπου της Ν.Δ. να τονίσει ότι το κυβερνών κόμμα υπερβαίνει τα όρια της πολιτικής δεοντολογίας. Η εν λόγω δήλωση αποπνέει και μία έκπληξη και έναν διάχυτο φόβο για την ικανότητα των «πρασίνων» να ξαναμπούν δυνατά στο παιχνίδι και ενδεχομένως να διεκδικήσουν μία νέα νίκη.

Ο φόβος αυτός δεν είναι αδικαιολόγητος. Στην πορεία του χρόνου, το ΠΑΣΟΚ έχει επιδείξει αξιοζήλευτη πολιτικοεκλογική αντοχή, προσαρμοστικότητα, ευελιξία, μεγάλη μαχητικότητα και ικανότητα να ανατρέπει το δυσμενές γι’ αυτό κλίμα. Ολα αυτά δεν σημαίνουν ότι έχει πολλές πιθανότητες να κερδίσει τις επόμενες εκλογές, αλλά οπωσδήποτε η αναμέτρηση δεν έχει ακόμα κριθεί, παρά το μεγάλο και παγιωμένο προβάδισμα των «γαλάζιων».

Απόδειξη είναι το γεγονός ότι η ιουλιανή αντεπίθεση του Κ. Σημίτη διαφοροποίησε το πολιτικό κλίμα, χωρίς αυτό να προεξοφλεί και αλλαγή του εκλογικού συσχετισμού δυνάμεων. Το κριτήριο που επηρεάζει περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών είναι η οικονομική ύφεση και τα προβλήματα της καθημερινότητας. Σ’ αυτό το κρίσιμο μέτωπο, οι επιδόσεις της κυβέρνησης υπολείπονται των προσδοκιών μιας κοινωνίας, η οποία είναι εμφανώς δυσαρεστημένη και έχει βαρεθεί να βλέπει στην εξουσία τα ίδια πρόσωπα. Οι θετικές εντυπώσεις από το όποιο κυβερνητικό έργο εξουδετερώνονται από το γεγονός ότι σε συνθήκες εντεινόμενης οικονομικής δυσπραγίας οι δυσκολίες για τους πολίτες οξύνονται και πολλαπλασιάζονται.

Το μεγάλο ζητούμενο είναι η επίλυση προβλημάτων, αλλά το κυβερνών κόμμα δεν έχει πλέον την αναγκαία εσωτερική δύναμη και τον αναγκαίο χρόνο για να αντιστρέψει μία αρνητική γι’ αυτό τάση, που σύμφωνα με όλα τα στοιχεία έχει πια παγιωθεί. Παρ’ όλα αυτά, είναι αναμφισβήτητο ότι με τις πρωτοβουλίες του ο πρωθυπουργός κατάφερε να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της επικαιρότητας και κατ’ αυτόν τον τρόπο να χαλαρώσει τουλάχιστον την πίεση που δεχόταν το προηγούμενο διάστημα. Στόχος του ήταν να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να επιβάλλει τη δική του ημερήσια διάταξη στην πολιτική σκηνή.

Η Ν.Δ. δεν έχει κανένα συμφέρον να παίξει το παιχνίδι του αντιπάλου της και να εμπλακεί μερικούς μήνες πριν από τις εκλογές σ’ έναν διάλογο για τη διαφάνεια και το εκλογικό σύστημα. Εχει συνείδηση ότι εάν συμμετάσχει σε μία τέτοια συζήτηση θα απονευρωθεί η ίδια και θα ευνοήσει πολιτικά την κυβέρνηση.

Δημιουργία εντυπώσεων

Το ΠΑΣΟΚ εκμεταλλεύεται προπαγανδιστικά την άρνηση των «γαλάζιων» για να δημιουργήσει εντυπώσεις, γεγονός που ωθεί τη Ρηγίλλης σε μία κλιμάκωση των αντιπολιτευτικών τόνων της. Ετσι κι αλλιώς, όμως, οι ηγεσίες και των δύο μεγάλων κομμάτων, η καθεμία με τον τρόπο της και για τους δικούς της λόγους, οξύνουν το κλίμα. Ο Κ. Σημίτης καλλιεργεί την πόλωση για να περιχαρακώσει την Κεντροαριστερά για να συρρικνώσει τις διαρροές, ενώ ο Κ. Καραμανλής σκληραίνει τη ρητορική του για να πλήξει και να απομονώσει την κυβέρνηση.

Οπως είναι γνωστό, η ιουλιανή αντεπίθεση εκδηλώθηκε σε τρία μέτωπα. Από πολιτικής απόψεως το λιγότερο σημαντικό είναι το μέτωπο της διαφάνειας. Τα όσα εξήγγειλε ο πρωθυπουργός ήταν προφανώς αποτέλεσμα της κρίσης που αντιμετώπισε τις ημέρες του Πάσχα κι όχι οργανικό στοιχείο της πολιτικής του. Δεν έχει, άλλωστε, περάσει πολύς καιρός από τότε που ο ίδιος ουσιαστικά δεν αναγνώριζε ότι υφίσταται πρόβλημα διαπλοκής και ότι στο πρόσφατο παρελθόν είχε επανειλημμένως αρνηθεί να συζητήσει τη λήψη μέτρων. Αυτό που τον υποχρέωσε να αλλάξει γραμμή πλεύσης ήταν το βαρύ κλίμα, που διαμορφώθηκε στην κοινωνία και ο βάσιμος φόβος ότι θα έχει αρνητικές εκλογικές επιπτώσεις. Με άλλα λόγια, προσπαθεί να διασκεδάσει τη διάχυτη εντύπωση της κοινής γνώμης ότι πολλοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν υποκύψει στις σειρήνες του εύκολου πλουτισμού.

Το θέμα που θα κυριαρχήσει το επόμενο διάστημα είναι αναμφισβήτητα η αλλαγή του εκλογικού συστήματος, δεδομένου ότι η κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφή την πρόθεσή της να προχωρήσει ανεξαρτήτως της θέσης των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σπουδή του Κ. Σημίτη δεν οφείλεται μόνο στην επιδίωξή του να επισκιάσει τα προβλήματα της καθημερινότητας, που προκαλούν πολιτική φθορά. Οφείλεται και στους σχεδιασμούς του για την επόμενη ημέρα των εκλογών.

πολιτικές εξελίξεις

Οπως έχουμε επανειλημμένως γράψει σ’ αυτές εδώ τις στήλες, στη συνάρτηση των πολιτικών εξελίξεων υπάρχει μία καθοριστικής σημασίας μεταβλητή. Εάν ο πρωθυπουργός επιλεγεί για την προεδρία της Κομισιόν θα δρομολογήσει τη διαδοχή του πριν από τις εκλογές. Εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, στο Μέγαρο Μαξίμου κάνουν ήδη ασκήσεις επί χάρτου για την επόμενη ημέρα. Αν και η ελπίδα φεύγει τελευταία, έχουν υποχρεωθεί να συνειδητοποιήσουν ότι η εκλογική ήττα είναι πιθανότερη από τη νίκη. Γι’ αυτό και προετοιμάζονται για μία τέτοια εξέλιξη.

Κύκλοι του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος έχουν αρχίσει να καλλιεργούν το σενάριο παραμονής του Κ. Σημίτη στην ηγεσία, εάν το κυβερνών κόμμα χάσει με μικρή διαφορά. Υποστηρίζουν, μάλιστα, ότι η εκλογή νέου Προέδρου Δημοκρατίας την άνοιξη του 2005 προσφέρει μία ευκαιρία για ρεβάνς, παρότι ο χρόνος που μεσολαβεί από τις εκλογές μέχρι τότε είναι λίγος. Στηρίζουν την αισιοδοξία τους στην εκτίμησή τους ότι η Ν.Δ. θα αντιμετωπίσει μία δύσκολη συγκυρία και λόγω της απειρίας και της ανικανότητας των στελεχών της θα τα κάνει θάλασσα, γεγονός που θα προσδώσει μία νέα δυναμική στο ΠΑΣΟΚ. Την εκτίμηση αυτή εξέφρασε προ ημερών με αντικοινοβουλευτικό τρόπο ο ίδιος ο πρωθυπουργός στα Γρεβενά, όταν δήλωσε ότι «η αξιωματική αντιπολίτευση δεν μπορεί να κυβερνήσει την Ελλάδα»! Ούτε λίγο ούτε πολύ αμφισβήτησε το θεμέλιο της δημοκρατίας, που είναι η εναλλαγή στην εξουσία.

Αν και δεν έχουν αποσαφηνισθεί οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου εκλογικού συστήματος, από τα μέχρι στοιχεία προκύπτει ότι ο σχηματισμός αυτοδύναμης κυβέρνησης θα γίνει δυσκολότερος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε περίπτωση πρόωρων εκλογών την άνοιξη του 2005, η Ν.Δ. θα έχει ενώπιόν της ένα πρόσθετο εμπόδιο. Με το νέο σύστημα, ο Κ. Σημίτης επιδιώκει επίσης να διαμορφώσει όρους συνεργασίας της ευρύτερης Κεντροαριστεράς υπό την ηγεμονία των «εκσυγχρονιστών» και εάν καταστεί δυνατόν το 2005 να σχηματίσει συμμαχική κυβέρνηση.