ΠΟΛΙΤΙΚΗ

H θυσία της βασίλισσας και ο τρελός αξιωματικός

Στο θεατρικό έργο του Μπράιαν Φρίελ «O Ξεριζωμός», ο πρωταγωνιστής (Δημήτρης Καταλειφός) μονολογεί, κάποια στιγμή, ότι «το να θυμάσαι τα πάντα, μερικές φορές είναι συνώνυμο της τρέλας». Μια διαπίστωση που ισχύει, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, στον ακραία πραγματιστικό κόσμο των πολιτικών, όπου ο εκμηδενισμός της μνήμης των πολλών είναι συχνά προϋπόθεση για τη διατήρηση του κύρους (και της εξουσίας) των λίγων.

Την αίσθηση της πολιτικής σχιζοφρένειας μοιράζονται όλοι όσοι ανατρέχουν στις επιλογές της «εκσυγχρονιστικής» ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ το τελευταίο εξάμηνο. Αρχές Ιουλίου, ο Κώστας Λαλιώτης εξοστρακίσθηκε από τον Κώστα Σημίτη σε μια κίνηση που χαρακτηρίσθηκε προσφυώς από τον πρώην γραμματέα ως ανθρωποθυσία τύπου Ιφιγένειας, για να εξευμενισθεί η οργή των «θεών» και να πνεύσει ούριος άνεμος στα πανιά του κυβερνητικού σκάφους. Λίγους μήνες αργότερα, ο πρωθυπουργός βολιδοσκοπούσε μέσω τρίτων τον Κώστα Λαλιώτη για το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην πρώτη γραμμή του εκλογικού αγώνα. Στο μεταξύ, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε φροντίσει να περιθωριοποιήσει τον «εκσυγχρονιστή» Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, τον οποίο ο ίδιος ανέδειξε, αναθέτοντας τον πρώτο ρόλο της εκλογικής εκστρατείας στον… Θόδωρο Πάγκαλο, με τους επαναστατικούς του θούριους εναντίον της «ταξικής παλινόρθωσης της Δεξιάς».

Αρχές Σεπτεμβρίου, οι κέρβεροι της δημοσιονομικής πειθαρχίας μετατράπηκαν εν μια νυκτί σε καλούς μαθητές του Δημήτρη Τσοβόλα, με το περίφημο «κοινωνικό πακέτο». Κι όταν όλα αυτά αποδείχθηκαν μάταια, επιστρατεύθηκε η ύστατη εφεδρεία: H ανθρωποθυσία του ίδιου του κ. Σημίτη. Τι κι αν επί μήνες, ή μάλλον επί χρόνια, το επιτελείο του διαβεβαίωνε τους πάντες, επικαλούμενο τις δημοσκοπήσεις, ότι ο κ. Σημίτης είναι το πιο ισχυρό, ίσως το μόνο ισχυρό χαρτί του ΠΑΣΟΚ, υπερέχοντας έναντι του K. Καραμανλή ως ο καταλληλότερος πρωθυπουργός;

Η θυσία και η νίκη

Στο αυτονόητο ερώτημα, τι νόημα έχει να θυσιάσεις το πιο γερό σου χαρτί τις παραμονές της πιο δύσκολης μάχης, έδωσε μια γλαφυρή απάντηση ο εκδότης της «Ελευθεροτυπίας», κ. Θανάσης Τεγόπουλος, την περασμένη Κυριακή. «Μερικές φορές, στο σκάκι, η θυσία της βασίλισσας, που είναι το πιο ισχυρό κομμάτι, οδηγεί σε νίκη», έγραψε σχετικά. Ενδιαφέρουσα άποψη, με την επιφύλαξη ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια και στέφεται με επιτυχία μόνο σε τρεις περιπτώσεις, τις οποίες αξίζει τον κόπο να εξετάσουμε αναλυτικότερα.

Η πρώτη περίπτωση είναι να πρόκειται για «ψευδοθυσία», για μια «σιγουρατζίδικη» κίνηση, όπου ο θυσιάζων τη βασίλισσα έχει στο μυαλό του έναν συγκεκριμένο συνδυασμό, που δεν έχει συλλάβει και δεν μπορεί να αποτρέψει ο αντίπαλός του, με αποτέλεσμα ένα θεαματικό «ματ» σε λίγες κινήσεις. Διαθέτει κάποιο παρόμοιο, κρυφό σχέδιο κατακλυσμιαίων εξελίξεων, που θα ακολουθήσουν την αρχική «θυσία», ο Γ. Παπανδρέου; Με τα σημερινά δεδομένα, τίποτα δεν συνηγορεί υπέρ αυτής της εκδοχής. Ούτε η αναμενόμενη υποστήριξη από ισχυρή μερίδα των μέσων ενημέρωσης, ούτε η πολιτική του «προικοδότηση» από μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική συμφωνία να παραπεμφθεί στη Χάγη το θέμα της υφαλοκρηπίδας, φαίνονται παράγοντες ικανοί να ανατρέψουν άρδην τα δεδομένα του πολιτικού παιχνιδιού. Αλλά Κυριακή, κοντή γιορτή…

Πυροτέχνημα ή στρατηγική κίνηση

Η δεύτερη περίπτωση βρίσκεται στον αντίποδα της πρώτης. Εδώ, ο παίχτης που θυσιάζει τη βασίλισσά του βρίσκεται σε μειονεκτική θέση και καταφεύγει σε ένα «πυροτέχνημα» με στόχο να «μπερδέψει» το παιχνίδι, να προκαλέσει σύγχυση στον αντίπαλο και να τον κάνει να χάσει πολύτιμο χρόνο, ευελπιστώντας ότι κάπου εκεί θα κάνει το μοιραίο λάθος που θα του κοστίσει την παρτίδα. Περιττό να πούμε ότι, τις περισσότερες φορές, το πυροτέχνημα σκάει στα χέρια εκείνου που το εκτοξεύει. Αρκεί να διατηρήσει στοιχειωδώς νηφάλια σκέψη ο αντίπαλος και να μην παρασυρθεί σε βλακώδεις αβλεψίες τύπου «Καρ- δί- τσα, Καρ- δί- τσα»!

Η τρίτη και πιο πιθανή περίπτωση βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις δύο πρώτες και είναι αυτό που οι σκακιστές αποκαλούν «ποζισιονέλ (στρατηγική) θυσία της βασίλισσας». Εδώ ο θυσιάζων δεν έχει στην τσέπη του την εγγύηση μιας γρήγορης, θεαματικής νίκης, αλλά και δεν επιδίδεται απλώς σε έναν ύστατο τυχοδιωκτισμό. Επιδιώκει να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να εξαναγκάσει τον αντίπαλο σε αμυντικό ρόλο, με υπαρκτές προοπτικές νίκης. Κάτι τέτοιο, βέβαια, προϋποθέτει την πολύ καλή συνεργασία των υπόλοιπων «κομματιών» του και την ύπαρξη ενός στρατηγικού σχεδίου μεγάλου βάθους.

Δύσκολη υπόθεση…

Καμία από τις δύο προϋποθέσεις δεν φαίνεται εύκολη υπόθεση για τον Γ. Παπανδρέου. H επανασυστράτευση όλου του στελεχικού δυναμικού του ΠΑΣΟΚ -εκ των ων ουκ άνευ για μια νικηφόρα πολιτική αντεπίθεση- προσκρούει σε συγκρουόμενες φιλοδοξίες. Τι θα κάνει, για παράδειγμα, με τον κατά γενική ομολογία «λίγο», για το αξίωμα του γραμματέα, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη;

Τι ρόλο θα εξασφαλίσει στον Κώστα Λαλιώτη; Πώς θα βρει ένα μόντους βιβέντι με τον Θόδωρο Πάγκαλο, εξομαλύνοντας τις ουλές που έχει ανοίξει μεταξύ τους η υπόθεση Οτσαλάν; Πώς θα μοιράσει ρόλους ανάμεσα στους «εκσυγχρονιστές» και τους «παπανδρεϊκούς», ώστε να σηματοδοτήσει την υπέρβαση των ρηγμάτων που κληροδότησε η εποχή Σημίτη; Ακόμη πιο δύσκολη φαίνεται η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή το στρατηγικό σχέδιο για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ που θα κληθεί να υλοποιήσει ο Γ. Παπανδρέου. O K. Σημίτης (παραλίγο να γράψουμε «ο προκάτοχός του») ήρθε στην εξουσία την εποχή που μεσουρανούσε, στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, το πρότυπο του «Τρίτου Δρόμου», με βασικό πρότυπο τον Τόνι Μπλερ. Ενα πρότυπο που συνιστούσε τη μετατόπιση των σοσιαλιστών από τη μεταρρυθμιστική Αριστερά στο πολιτικό Κέντρο, την υποκατάσταση της Αλλαγής από τη διαχείριση και της πολιτικής από την επικοινωνία.

Η σημερινή κρίση στο ΠΑΣΟΚ, μακράν του να εξαντλείται σε μια κρίση ηγεσίας, εκφράζει ακριβώς την εξάντληση αυτού του «εκσυγχρονιστικού» μοντέλου σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.

Με εξαίρεση τη Γερμανία (όπου οι περσινές πλημμύρες και η αντιπολεμική στάση του κυβερνώντος συνασπισμού άλλαξαν την τελευταία στιγμή το πολιτικό τοπίο) και τη Σουηδία (όπου το ισχυρότατο κοινωνικό κράτος αντέχει ακόμη τους κλυδωνισμούς της νέας εποχής), οι «νέας κοπής» σοσιαλιστές έχασαν, συχνά με συντριπτικό τρόπο, τις εκλογικές αναμετρήσεις.

«Μαλακός» και «διεισδυτικός»

Ποιο θα είναι το αντίδοτο που θα προτείνει ο Γ. Παπανδρέου, από τη στιγμή που θα αναλάβει τα ηνία του κόμματός του; Αν κρίνουμε από ορισμένα δημοσιεύματα, κάποιοι θα ήθελαν να του υποβάλουν τη στρατηγική του… «εκσυγχρονισμού του εκσυγχρονισμού» – μια μάλλον… ρηξικέλευθη παραλλαγή της λογικής του Τσε Γκεβάρα για «επανάσταση μέσα στην επανάσταση».

Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ο Σημίτης απέτυχε, τελικά, όχι λόγω του εκσυγχρονισμού του, αλλά γιατί δεν τον τράβηξε μέχρι το τέλος. Το μεγάλο ατού του Γ. Παπανδρέου, πάντα σύμφωνα με αυτήν τη λογική, συνίσταται στο ότι είναι «μαλακός», «ήπιος», ότι «δεν προκαλεί» και ότι, χάρη σε όλα αυτά τα προσόντα, μπορεί να αποδειχθεί πιο «διεισδυτικός» στην αντίπαλη παράταξη.

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν ο Γ. Παπανδρέου συμμερίζεται την περίεργη λογική κατά την οποία είσαι τόσο πιο «διεισδυτικός», όσο πιο «μαλακός». Αλλη μια φορά, αρχή άνδρα δείκνυσι. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η λογική οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην υπονόμευση της ίδιας της ουσίας της Δημοκρατίας.

Τι νόημα έχει, αλήθεια, η Δημοκρατία, όταν οι δύο μεγάλες παρατάξεις, επιδιώκοντας να «γίνει πιο διεισδυτική» η μία στην άλλη, καταλήγουν να λειτουργούν ως πολιτικοί δίδυμοι, όταν ο πολίτης δεν έχει καμία εναλλακτική πρόταση για την κοινωνία του, για το έθνος του, για τον κόσμο;

Υπήρξαν, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, σοσιαλιστές ηγέτες που κατάφεραν να «επανιδρύσουν» κυριολεκτικά τον πολιτικό τους χώρο και να εδραιωθούν για χρόνια στην εξουσία – για το καλύτερο ή για το χειρότερο είναι άλλο θέμα. O Ανδρέας Παπανδρέου και ο Φρανσουά Μιτεράν ήταν τα πιο χαρακτηριστικά πρότυπα αυτού του είδους των πολιτικών, που δεν αρκέστηκαν να πάρουν στα χέρια τους τον «αυτόματο πιλότο» των οικονομικών και υπερεθνικών ελίτ, αλλά κατάφεραν να υπαγορεύσουν στις ελίτ τους δικούς τους όρους, ποντάροντας τολμηρά στο χαρτί του κοινωνικού ριζοσπαστισμού.

Αλλες εποχές…

Φυσικά, άλλες οι εποχές του γαλλικού Μάη του ’68, που ανέδειξε τον Μιτεράν, ή των Ιουλιανών και της μεταπολίτευσης, που ανέδειξαν τον A. Παπανδρέου και άλλη η σημερινή εποχή. Οπως άλλη ήταν η εποχή που ο Μανώλης Αναγνωστάκης κατέθετε τη δική του «συνταγή» στο ποίημά του (να το πάλι!) «Το Σκάκι»:

«Ελα να παίξουμε./Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου/ (Ηταν για μένα μια φορά η αγαπημένη/ Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)/… Μονάχα ετούτον τον τρελλό μου θα κρατήσω/ που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει/ Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη/ Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου/ Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά/ Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα». Αλλά τι κουράγιο θέλει για να παιχτεί…