ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Φραγμός στην εικονολατρία των καναλιών

H κατακραυγή της κοινωνίας, που προκάλεσε ο παροξυσμός ενημέρωσης των τηλεθεατών από τα κανάλια, έτσι όπως αποτυπώθηκε με τη μετάδοση περίπου 90(!) έκτακτων δελτίων ειδήσεων την εβδομάδα 6 με 12 Ιανουαρίου, οπότε έγινε γνωστή η κυοφορούμενη αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ, βρήκε τελικά αποδέκτες στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Μετρώντας μικρή καθυστέρηση, το ΕΣΡ, με Οδηγία που εξέδωσε και απέστειλε προς όλα τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα χθες, τους υπενθυμίζει τον τρόπο παρουσίασης των πολιτικών γεγονότων, των απόψεων των κομμάτων, των υποψηφίων αλλά και των δημοσκοπήσεων κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.

Σύμφωνα με το νόμο, η μετάδοση έκτακτων δελτίων ειδήσεων πρέπει να γίνεται με περίσκεψη. Ωστόσο, όπως διαπίστωσε το Συμβούλιο, «προσφάτως παρατηρείται συνεχής μετάδοση έκτακτων δελτίων ειδήσεων άνευ λόγου και χωρίς την επιβαλλόμενη από τη διάταξη του νόμου, περίσκεψη». Επίσης, η παρουσίαση πολιτικών θεμάτων κατά τις προεκλογικές περιόδους πρέπει να γίνεται με σαφήνεια και μετριοπάθεια, ώστε να διασφαλίζονται οι αρχές της ισοτιμίας και της πολυφωνίας. «Διαπιστώνεται, όμως, ότι μεταδίδονται προγράμματα πολιτικού περιεχομένου χωρίς να διασφαλίζονται οι αρχές της πολυφωνίας και της ισοτιμίας».

Κατόπιν αυτών των διαπιστώσεων «το ΕΣΡ εφιστά την προσοχή των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, να εφαρμόζουν με ιδιαίτερη προσοχή τις απορρέουσες από το Σύνταγμα και τους Νόμους υποχρεώσεις τους σχετικά με την αντικειμενική, πολυφωνική και ισότιμη παρουσίαση των γεγονότων, των πολιτικών θεμάτων και των απόψεων όλων των πολιτικών κομμάτων».

Σε μια προσπάθεια να ελέγξει καλύτερα το τηλεοπτικό πεδίο στην προεκλογική περίοδο, το ΕΣΡ θα συνάψει δίμηνη σύμβαση με ιδιωτική εταιρεία (την Media Services), η οποία θα αποτυπώσει για λογαριασμό της Αρχής την προεκλογική εικόνα των καναλιών (τον χρόνο που αφιερώνουν στα κόμματα, κ.ο.κ.). Επιπλέον το ΕΣΡ αυξάνει την πίεση προς τα κανάλια που δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του να το ενημερώνουν για τον χρόνο που αφιερώνουν στα κόμματα, καλώντας εκ νέου σε εξηγήσεις στην επόμενη συνεδρίαση τούς ασυνεπείς σταθμούς ANT1, Alpha και Alter.

H χθεσινή Οδηγία του ΕΣΡ αναφέρεται εκτεταμένα στα προεκλογικά γκάλοπ. Μέχρι στιγμής, τρεις δημοσκοπήσεις έχουν παραγγελθεί και έχουν παρουσιαστεί από κανάλια (δύο από το Alter και μία από τη NET). Σύμφωνα με το Συμβούλιο, κατά την παρουσίαση μιας δημοσκόπησης από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: «να αναφέρεται ρητώς η εταιρεία που την πραγματοποίησε? να μνημονεύεται εκείνος που παρήγγειλε τη διενέργειά της? να διαλαμβάνεται η ποσόστωση των πληθυσμιακών κατηγοριών με βάση τις οποίες έχει διεξαχθεί? να περιέχει πλήρως τα ερωτήματα που απευθύνθηκαν σε όσους έλαβαν μέρος σε αυτήν».

Κατά το σχολιασμό των γκάλοπ πρέπει να εξασφαλίζεται η παρουσίαση των απόψεων όλων των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. O όρος αυτός δεν έχει μέχρι στιγμής τηρηθεί πλήρως από κανένα κανάλι. Ακόμα, το ΕΣΡ προσθέτει ότι «κατά τη γραφιστική παρουσίαση πινάκων με τα αποτελέσματα της έρευνας, θα πρέπει να αναγράφεται και το περιθώριο σφάλματος» – κάτι που επίσης δεν έχει τηρηθεί. Επιπλέον επισημαίνεται πως πρέπει να αναφέρεται ότι το περιθώριο σφάλματος στις τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις είναι σημαντικά υψηλότερο των συνήθων δημοσκοπήσεων.

Φρένο προσπαθεί το ΕΣΡ να θέσει και στα «πρόχειρα» τηλεφωνικά γκάλοπ, που διεξάγονται στη διάρκεια μιας εκπομπής, τα οποία διεθνώς χαρακτηρίζονται «ψευδοδημοσκοπήσεις». Τέτοια γκάλοπ βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και συχνά το δέλεαρ για να τηλεφωνήσουν οι τηλεθεατές ή οι ακροατές είναι το δικαίωμα συμμετοχής τους σε μια κλήρωση με κάποιο έπαθλο, π.χ., ένα αυτοκίνητο! Οπως αναγράφεται στην Οδηγία, «το κοινό που παρακολουθεί κάποιο πρόγραμμα δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αντιπροσωπευτικό δείγμα της κοινής γνώμης. Οταν του ζητείται να εκφράσει γνώμη πάνω σ’ ένα θέμα, μια μικρή μειοψηφία αυτών που παρακολουθούν το πρόγραμμα τηλεφωνούν και συχνά περισσότερο από μία φορά κατά τη διάρκεια της ίδιας ψηφοφορίας, αν θέλουν να ενισχύσουν την άποψή τους. Για το λόγο αυτόν, οι τηλεφωνικές αυτές «έρευνες» θεωρούνται δεκτικές σε χειραγώγηση, χαρακτηρίζονται αντιεπιστημονικές και, πάντως, δημιουργούν… σύγχυση στο κοινό».

Επίσης, το ΕΣΡ υπογραμμίζει ότι «οι συνεντεύξεις που λαμβάνουν δημοσιογράφοι στον δρόμο… δεν αποτελούν και δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως ενδεικτικές των απόψεων της κοινής γνώμης. H αξία τους εξαντλείται στην παρουσίαση, στο πλαίσιο κάποιου ρεπορτάζ, των διαφορετικών απόψεων επί ενός θέματος, που απασχολεί την κοινή γνώμη και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μεταδίδονται με τρόπο που να δίδεται η εντύπωση ότι αποκαλύπτουν την αποδοχή της μιας ή της άλλης άποψης από την κοινή γνώμη…».