ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Διαδοχή, αναποφάσιστοι, νέοι ψηφοφόροι

Η σημερινή πρόθεση ψήφου που καταγράφεται στην πανελλαδική τηλεφωνική έρευνα της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ» αποτυπώνει τις τάσεις του εκλογικού σώματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στη χρονική περίοδο 19 – 22 Ιανουαρίου, δηλαδή στην τρίτη εβδομάδα της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου που εγκαινιάσθηκε στις 7 Ιανουαρίου με το διάγγελμα Σημίτη. Λόγω της τηλεφωνικής μεθόδου, το ποσοστό των αναποφάσιστων (δηλαδή των ερωτωμένων που απαντούν τηλεφωνικά ότι δεν έχουν αποφασίσει τι θα ψηφίσουν) είναι υψηλότερο απ’ ό,τι καταγράφεται στις έρευνες που διεξάγονται στα νοικοκυριά των ερωτωμένων με τη χρήση κάλπης. Αυτή η διαφορά μεταξύ τηλεφωνικών και πρόσωπο με πρόσωπο (face to face) δημοσκοπήσεων, δηλαδή η καταγραφή υψηλότερης αδιευκρίνιστης ψήφου στις τηλεφωνικές έρευνες, μπορεί να εξαλειφθεί, εάν η σύγκριση γίνει όχι επί του συνόλου των απαντήσεων, αλλά επί εκείνων που απαντούν πράγματι (διευκρινίζουν) τι θα ψηφίσουν στις εκλογές.

Η καταγραφή των τάσεων του εκλογικού σώματος, μετά την αφαίρεση των «αναποφασίστων», εκείνων που δηλώνουν ότι «δεν θα ψηφίσουν» και εκείνων που αρνούνται να απαντήσουν στην ερώτηση της πρόθεσης ψήφου (το ποσοστό αυτό είναι παρεμφερές με εκείνο που διαπιστώνεται και στις έρευνες με κάλπη) δίδεται στο διάγραμμα 2). Σε αυτήν την εκτίμηση, μόνον η κατηγορία των ψηφοφόρων του λευκού και του άκυρου διατηρείται, διότι η δημοσκοπική εμπειρία έχει δείξει ότι πρόκειται πράγματι για συνειδητή επιλογή που πρέπει να εξισώνεται με επιλογή ψήφου. Η εκτίμηση που προκύπτει, αποτυπώνει με περισσότερο εύληπτο τρόπο σε τι πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα παραπέμπει σήμερα (τη στιγμή διεξαγωγής της έρευνας) μια δημοσκόπηση. Αυτή η παρουσίαση των ευρημάτων μιας δημοσκόπησης, αν και βασίζεται στη σχετικά αβέβαιη υπόθεση για την τελική επιλογή των «αναποφασίστων» (αναλογική κατανομή τους), είναι εντούτοις περισσότερο ορθή, διότι στην πραγματική κάλπη δεν υπάρχουν ούτε «αναποφάσιστοι» ούτε «αδιευκρίνιστοι» ψηφοφόροι. Υπάρχουν εκείνοι που ψηφίζουν και εκείνοι που δεν ψηφίζουν. Επιπλέον, η απαλειφή των ψηφοφόρων του λευκού/άκυρου, καθώς και εκείνων που δηλώνουν ότι «δεν θα ψηφίσουν», δεν διαφέρει σε τίποτα από αυτό που γίνεται και στην πραγματικότητα. Το εκλογικό αποτέλεσμα εξάγεται επί των εγκύρων και όχι επί των ψηφισάντων.

Η αλλαγή ηγεσίας στο κυβερνών κόμμα φαίνεται ότι άσκησε σημαντική επίδραση στο εκλογικό σώμα, επέφερε τη συσπείρωση του ΠΑΣΟΚ και τη συμπίεση του ΣΥΝ και του ΔΗΚΚΙ. Με βάση το προεκλογικό βαρόμετρο του Ρ/Σ ΣΚΑΪ (βλ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 22/1/04), προκύπτει ότι σχεδόν ένας στους πέντε πολίτες (20%) επηρεάσθηκε από τις πρόσφατες εξελίξεις στο κυβερνών κόμμα και «άλλαξε» την απόφαση της ψήφου του για τις επερχόμενες εκλογές. Το εν λόγω ποσοστό αντιστοιχεί περίπου σε 1.500.000 ψηφοφόρους! Μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ το 2000, το αντίστοιχο ποσοστό προσεγγίζει το 30% (σχεδόν ο ένας στους τρεις ψηφοφόρους), ενώ φαίνεται ότι επηρέασε εξίσου καθοριστικά, τόσο τους ψηφοφόρους του ΣΥΝ (31%), όσο και του ΔΗΚΚΙ (40%).

Πρόκειται αναμφίβολα για μία από τις επιρροές που ασκούν οι δημοσκοπήσεις στο εκλογικό σώμα. Είναι γνωστή ως «underdog effect», ή ως «σύνδρομο του ηττημένου» και λειτουργεί ευεργετικά υπέρ του κόμματος που εμφανίζεται περισσότερο αδύναμο. Η καταγραφή της υστέρησης ενός κόμματος στις δημοσκοπήσεις, εν προκειμένω του ΠΑΣΟΚ, και η επί μακρόν προεξόφληση της ήττας στις εκλογές (η παράσταση ήττας) οδηγεί σε κινητοποίηση και συσπείρωση των ψηφοφόρων του.

Διατηρούνται οι μετακινήσεις από ΠΑΣΟΚ προς Ν.Δ.

Το πλέον σημαντικό εύρημα της δημοσκόπησης αφορά τη διατήρηση -παρά τη θεαματική μεταβολή του πολιτικού κλίματος- της λεγόμενης διαπαραταξιακής μετατόπισης, δηλαδή των ψηφοφόρων που φέρονται να μετακινούνται από το ΠΑΣΟΚ στη Νέα Δημοκρατία.

Με βάση το διάγραμμα 3, όπου αποτυπώνεται ο βαθμός συνοχής των ψηφοφόρων των εκλογέων του 2000, προκύπτει ότι η σχέση κερδών/απωλειών της Ν.Δ. από το ΠΑΣΟΚ αποδεικνύεται ανθεκτική και έχει παραμείνει -αυτή τη στιγμή 3:1. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τον πίνακα 1, που ακτινογραφεί λεπτομερειακά τις στάσεις αυτής της κρίσιμης υπο-ομάδας του εκλογικού σώματος, η πολιτική μεταστροφή των εν λόγω ψηφοφόρων εμφανίζεται ιδιαίτερα αποκρυσταλλωμένη και συμπαγής: πρόκειται για πολιτικοποιημένους ψηφοφόρους που παρακολουθούν έντονα την προεκλογική εκστρατεία, προκρίνουν συντριπτικά για πρωθυπουργό τον Κ. Καραμανλή, έναντι του Γ. Παπανδρέου (81%), και την κυβέρνηση της Ν.Δ. έναντι του ΠΑΣΟΚ (82%), θεωρούν δεδομένη τη νίκη της Ν.Δ. (82%), ενώ ως προς τα κριτήρια με τα οποία ψηφίζουν, δεν έλκονται μονομερώς από τα «πρόσωπα».

Στον πίνακα 2 αποτυπώνονται, τέλος, τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των σημερινών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, της Ν.Δ. και των αναποφασίστων, καθώς και οι διαφορές μεταξύ των δύο κομμάτων.

Η σημερινή ακτινογραφία της εκλογικής γεωγραφίας τους πιστοποιεί την επανεμφάνιση μιας έντονης γεωγραφικής διαφοροποίησης της ψήφου.

(1) Ο κ. Γιάννης Μαυρής είναι πολιτικός επιστήμονας Ph.D και διευθύνων σύμβουλος του Ινστιτούτου Δημοσκοπήσεων VPRC.