ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, μια ζωή σαν πέλαγος (I)

Οταν παρακάλεσα τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη να παραχωρήσει συνέντευξη στην «Καθημερινή» είχα στο μυαλό μου μια μεγάλη συνέντευξη, αναγκαστικά σε έκταση, αλλά κυρίως σε πολιτικό βάθος.

Του το είπα αμέσως μόλις συναντηθήκαμε: μια συνέντευξη που να καλύπτει πολιτική ζωή 60-65 ετών, όπου δεν ενδιαφέρουν τόσο τα γεγονότα, λίγο πολύ γνωστά, όσο ο χαρακτήρας των γεγονότων και περισσότερο ακόμη η αφήγηση ενός από τους πρωταγωνιστές. Του είπα ακόμη ότι αυτό εξαρτάται, σχεδόν αποκλειστικά, από τον ίδιο, η δική μου συμμετοχή θα περιοριζόταν στο ελάχιστο εκείνο που είναι αρκετό για να του δώσει τις αφορμές. Συμφωνήσαμε, λοιπόν, να ξανοιχτούμε σε μια ελεύθερη συζήτηση, όπως ανοίγεται κανείς στο πέλαγος, και όπου μας βγάλει. Μου είπε, ότι τώρα, που έπειτα από 65 χρόνια πολιτικής δράσης, αποχωρεί της ενεργού πολιτικής, αισθάνεται περισσότερο ελεύθερος παρά ποτέ.

Καθώς αστραπιαία πέρασαν από το μυαλό μου αυτά τα 65 χρόνια, του είπα πόσο γεμάτος, πλήρης, πρέπει να αισθάνεται, ότι εκείνο που έχει τελικά σημασία είναι ίσως ότι ποτέ δεν έζησε λάθρα, χωρίς σχέση με τα γεγονότα. Παρέκαμψε την παρατήρηση και μου είπε, ότι τώρα στην έξοδό του από την πολιτική ζωή αισθάνεται ευχαριστημένος. Και καθώς τα λέγαμε αυτά, κανόνιζε το πρόγραμμα της επομένης μέρας, που περιείχε δύο συνεδριάσεις της Βουλής, μια το πρωί και μια το βράδυ. Ως γνωστό, από τη Βουλή δεν λείπει σχεδόν ποτέ. Παρατήρησα ότι είναι η τελευταία Βουλή στην οποία συμμετέχει και ότι οι εκλογές της 7ης Μαρτίου, θα είναι οι πρώτες βουλευτικές εκλογές στις οποίες δεν θα είναι υποψήφιος.

Για πρώτη φορά εκτός εκλογών

«Πράγματι, έτσι είναι. Εκλέγομαι βουλευτής από το 1946. Από τότε μεσολάβησαν κάπου 19 εκλογικές αναμετρήσεις. Μόνο σε μία δεν εξελέγην, στις εκλογές του 1974, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση. Δεν ξέρω γιατί τότε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν με συμπεριέλαβε στις δυνάμεις που θα συγκροτούσαν τον πολιτικό κόσμο στη μεταδικτατορική περίοδο. Δεν μου έδωσε ποτέ πειστική εξήγηση και επειδή στο Παρίσι, όπου ήμουνα στενός συνεργάτης του και από τους συχνότερους συνομιλητές του και τα συζητούσαμε όλα, αισθάνομαι, σα να αθέτησε τις υποσχέσεις του.

Σ’ εκείνες, λοιπόν, τις εκλογές του 1974 κατέβηκα μόνος μου και δεν εξελέγην. Ηταν η μόνη εκλογική αναμέτρηση στην οποία απέτυχα. Στις επόμενες εκλογές του 1977 συμμετείχα ως επικεφαλής ενός μικρού κόμματος, των Νεοφιλελευθέρων, το οποίο εξέλεξε δύο βουλευτές, εμένα στο νομό Χανίων και τον Παύλο Βαρδινογιάννη στο Ρέθυμνο. Λίγο αργότερα, αυτοί οι δύο βουλευτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο, γιατί μαζί με μερικούς βουλευτές της τότε Ενώσεως Κέντρου συμπλήρωσαν τον απαιτούμενο αριθμό για να εκλεγεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Μπορώ να ισχυρισθώ ότι δύο φορές συνετέλεσα αποφασιστικά στην εκλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας: Μια τότε και μια το 1990, όταν με δική μου απόφαση και πρωτοβουλία εξελέγη πάλι Πρόεδρος της Δημοκρατίας».

(Σε άλλο σημείο της συνομιλίας μας ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εξέφρασε την άποψη ότι το 1980 ήταν λάθος του K. Καραμανλή να εγκαταλείψει την ηγεσία της Ν.Δ. και την πρωθυπουργία και να αποσυρθεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας. «Εβλεπε ότι έρχεται ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ και ήταν ο μόνος που μπορούσε να τον αντιμετωπίσει, έστω και αν έχανε τις εκλογές του 1981, ως αρχηγός της αντιπολίτευσης πλέον. Αλλά ο K. Καραμανλής δεν άντεχε την αντιπολίτευση και σχεδόν ποτέ δεν κάθησε στα έδρανά της». Στην άποψη αυτή αντέτεινα την παρατήρηση ότι πιθανόν ο Καραμανλής θεωρούσε αναπότρεπτο τον ερχομό του Ανδρέα και έκρινε ότι η καταλληλότερη θέση για τη νέα πολιτική ισορροπία ήταν η Προεδρία της Δημοκρατίας, με τις εξουσίες που είχε τότε)

Καταδικασμένος σε θάνατο

«Κατάγομαι από πολιτική οικογένεια της Κρήτης. O παππούς μου, ο πατέρας μου, οι θείοι μου, όλη η οικογένεια, είχαν ενεργό ανάμειξη στην πολιτική. H γιαγιά μου ήταν αδελφή του Ελευθερίου Βενιζέλου και ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου εξάδελφός του.

Η πρώτη ανάμειξή μου στην πολιτική σημειώνεται με τη συμμετοχή μου στην αντίσταση κατά των Γερμανών κατακτητών. Συνελήφθην δύο φορές και δύο φορές καταδικάστηκα σε θάνατο. Την πρώτη φορά γλίτωσα, γιατί ήξερα καλά γερμανικά και τον γερμανικό στρατιωτικό ποινικό κώδικα και έκανα καλή νομική υπεράσπιση του εαυτού μου. H Κατοχή ήταν η μόνη περίοδος όπου άσκησα δικηγορία, υπερασπιζόμενος Ελληνες πατριώτες.

Τη δεύτερη φορά αντηλλάγην, μαζί με άλλους επτά, με Γερμανούς αιχμαλώτους. Ηταν μια περίεργη περίπτωση, ίσως μοναδική, στα χρόνια του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οπως είναι γνωστό, μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, μια ισχυρή και ετοιμοπόλεμη μονάδα Γερμανών δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την υποχώρηση και αποκλείσθηκε στην Κρήτη. Συγκεντρώθηκε σε οχυρωμένες θέσεις του νομού Χανίων αποφασισμένη να πολεμήσει. Οι σύμμαχοι αποφάσισαν να μη διακινδυνεύσουν τη ζωή ούτε ενός στρατιώτου, αφού η μονάδα αυτή ήταν αποκλεισμένη και ουσιαστικά αιχμάλωτη. H μονάδα αυτή παραδόθηκε τον Μάιο του 1945 και αφού έμαθε ότι ο Χίτλερ δεν ήταν πλέον ζωντανός! Μάλιστα ο διοικητής της μονάδας, ο στρατηγός Μπέντακ, ο οποίος στο διάστημα αυτό είχε προαχθεί σε στρατηγό και είχε τιμηθεί με τον Σταυρό των Ιπποτών, παραδόθηκε σε μένα και σε έναν Αγγλο ταγματάρχη, στο σπίτι του Βενιζέλου στη Χαλέπα. Ηταν από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μου.

Εμείς, λοιπόν, ήμαστε… αιχμάλωτοι αυτών των αιχμαλώτων, καταδικασμένοι σε θάνατο. Οι Αγγλοι ήθελαν οπωσδήποτε να μας σώσουν και τότε άρχισαν οι συνομιλίες για την ανταλλαγή. Εμείς όμως δεν ήμαστε στρατιωτικοί αιχμάλωτοι πολέμου. Είχαμε καταδικασθεί εις θάνατον ως κατάσκοποι και από αυτή την άποψη η ανταλλαγή Γερμανών αιχμαλώτων με Ελληνες «κατασκόπους» ήταν έξω από κάθε κανόνα του πολέμου. Γι’ αυτό χρειάσθηκε να δώσει την έγκρισή του το συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και το γερμανικό γενικό επιτελείο στο Βερολίνο. Οπως έμαθα αργότερα η απόφαση για την ανταλλαγή ελήφθη από τον ίδιο τον Χίλτερ».

Δεξιά και Αριστερά

«Το ΠΑΣΟΚ μιλάει σήμερα για Δεξιά. Και εννοεί τη φιλελεύθερη δημοκρατική παράταξη, τη Ν.Δ. Να διευκρινίσω ότι τους όρους Δεξιά και Αριστερά δεν τους θεωρώ υβριστικούς. Είναι πολιτικοί χαρακτηρισμοί που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες κάθε φορά και διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις, στο πλαίσιο ενός κοινού δημοκρατικού πολιτεύματος. Χρειάζεται συνεπώς, κάθε φορά, να διευκρινίζουμε τι εννοούμε.

Η Δεξιά του 1946 ήταν άλλο πράγμα σε σχέση με σήμερα. Είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία δεν τα συναντάμε πλέον. H Δεξιά του 1946 ήταν εξ’ ολοκλήρου αντιβενιζελική και βασιλόφρων, εν μέρει φιλομεταξική και τμήμα της είχε συνεργασθεί με τα Τάγματα Ασφαλείας, είτε τα αποδεχόταν. Διέφερε επίσης στη νοοτροπία και στα μέσα που χρησιμοποιούσε.

Την κατάσταση αυτή την έζησα στη Βουλή του 1946, όπου για πρώτη φορά και νεότατος εξελέγην βουλευτής (χωρίς να το επιδιώξω) με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Θυμάμαι ακόμη τον μακαρίτη τον Δεδούση, βουλευτή εκείνης της Δεξιάς, να εφορμά, πηδώντας τα έδρανα και να ετοιμάζεται να βγάλει το περίστροφό του, εναντίον των φιλελευθέρων αντιπάλων. Είναι πολιτική λαθροχειρία να θέλεις να αποδώσεις χαρακτηριστικά εκείνης της Δεξιάς στη σημερινή φιλελεύθερη παράταξη και αποβλέπει στην εξαπάτηση του λαού. Δεν είναι υβριστικοί οι όροι Δεξιά και Αριστερά, αλλά επειδή οδηγούν σε παρόμοιες συγχύσεις, αντανακλαστικές ή σκόπιμες, καλό είναι να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Στη Βουλή του 1946 συμμετείχαν ουσιαστικά οι δύο προπολεμικές παρατάξεις. Πλειοψηφία ήταν η αντιβενιζελική βασιλόφρων παράταξη και μειοψηφία τα βενιζελογενή κόμματα. Μια μερίδα των βενιζελογενών, όπως ο Καφαντάρης και μερικοί άλλοι μεμονωμένοι, δεν πήραν μέρος στις εκλογές του Μαρτίου 1946, επικαλούμενοι τους ίδιους λόγους, που επικαλέσθηκε και το KKE για να δικαιολογήσει τη δική του αποχή. H κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη. Στο Δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλέως Γεωργίου του B΄ κατέβηκα στην Κρήτη, οργανώσαμε τον αντιμοναρχικό αγώνα και στα Χανιά και το Ρέθυμνο το αποτέλεσμα ήταν, με μεγάλη πλειοψηφία, υπέρ της Δημοκρατίας. O Σοφοκλής Βενιζέλος, όμως, για να ψηφίσει υπέρ της Δημοκρατίας αναγκάστηκε να έλθει στα Χανιά, ενώ ο Θεόδωρος Πάγκαλος… ψήφισε Βασιλεία!

Οι εκλογές και το δημοψήφισμα ήσαν αυτά που ήσαν. O Θεμιστοκλής Σοφούλης, πολιτικός υψηλού επιπέδου, προτίμησε να συμβιβασθεί, να συμμετάσχει ενεργά στη Βουλή και λίγο αργότερα έπαιξε αποφασιστικό ρόλο, με την υποστήριξη και των Αμερικανών, οι οποίοι αγωνιούσαν για την έκβαση του εμφυλίου πολέμου. Οι Αμερικανοί τότε ανήκαν στο πλατύ δημοκρατικό ρεύμα του Ρούσβελτ, ήσαν αντιμοναρχικοί και είχαν σοβαρά επηρεασθεί από το EAM. Στον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, τον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος, αρχηγό της πλειοψηφίας και πρωθυπουργό ανήκει η μεγάλη τιμή γιατί παρεχώρησε την πρωθυπουργία στον αρχηγό της μειοψηφίας, τον Θεμιστοκλή Σοφούλη!

Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, παρά τη μεγάλη ηλικία του, ήταν η ψυχή του αγώνα, του ένοπλου αγώνα για την καταστολή της ανταρσίας. Αυτός και οι βενιζελικοί αξιωματικοί, μερικοί από τους οποίους όπως ο Βεντήρης, ο Κατσώτας κ.ά., υπηρετούσαν σε καίριες θέσεις του στρατεύματος. Τότε μια ομάδα νεαρών βουλευτών παρουσιασθήκαμε στον Θ. Σοφούλη και του ζητήσαμε να μας στείλει στο μέτωπο να πολεμήσουμε, όπως και οι συνομήλικοί μας. Μας είπε να κάτσουμε στη θέση μας και να κάνουμε τη δουλειά μας στη Βουλή. Εζησα όμως τον εμφύλιο πόλεμο γιατί επισκεπτόμουνα τακτικά το μέτωπο, ακόμη και με πολεμικό αεροπλάνο μαζί με τον Κελαϊδή, τον αρχηγό της Αεροπορίας. O εμφύλιος πόλεμος ήταν σκληρός και μέχρι το 1948 αμφίρροπος».

Στροφή προς τα δεξιά

(Διατυπώθηκε εδώ η παρατήρηση ότι, ενώ «νικητές» ήταν τα δύο κόμματα, οι φιλελεύθεροι βενιζελικοί και οι βασιλόφρονες αντιβενιζελικοί, τους καρπούς της νίκης απήλαυσαν οι δεύτεροι και για μεγάλο διάστημα συνέχισαν το ανώμαλο εμφυλιοπολεμικό καθεστώς και τις διώξεις κατά της Αριστεράς).

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με τον εμφύλιο σημειώθηκε σοβαρή στροφή προς τα δεξιά. Οι κυβερνήσεις της Ενώσεως Κέντρου τα δύο πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50 προσπάθησαν με τα μέτρα ειρηνεύσεως, να διαμορφώσουν κλίμα κατευνασμού και ειρηνεύσεως. Τότε συμμετείχα κι εγώ για πρώτη φορά σε κυβέρνηση ως υφυπουργός Οικονομικών. Ησαν καλές κυβερνήσεις με σημαντικές προσωπικότητες. O Νικόλαος Πλαστήρας ήταν ευθύς άνθρωπος, ευγενής και γενναίος, δεν ήταν βέβαια πολιτικός, αλλά όταν τότε ετέθη το Κυπριακό επέδειξε οξεία αίσθηση εξωτερικής πολιτικής. Αυτός και ο Σοφοκλής Βενιζέλος είχαν διαβλέψει με ακρίβεια πού θα μας οδηγούσε. O Πλαστήρας εκλιπαρούσε τον Αλέξανδρο Παπάγο, με τον οποίο είχε στενή γνωριμία από τη Μικρά Ασία, να τηρήσει την ίδια στάση. Δεν το κατόρθωσε και ο Παπάγος, ως πρωθυπουργός, άνοιξε το Κυπριακό και από τότε μας απασχολεί.

Η πιο σημαντική πολιτική προσωπικότητα εκείνης της εποχής ήταν ο Γεώργιος Καρτάλης, με τον οποίο διατηρούσα στενή φιλία. Είχε πολλά προσωπικά χαρίσματα και ήταν καλός πολιτικός. Προσέφερε σημαντικό έργο στη μετά τον εμφύλιο οικονομία και ουσιαστικά προετοίμασε το έδαφος για την επιτυχή υποτίμηση του νομίσματος από τον Μαρκεζίνη. O Γεώργιος Καρτάλης προαλειφόταν για αρχηγός του Κέντρου αντί του Γεωργίου Παπανδρέου, αν δεν πέθαινε τόσο νωρίς.

Οι κυβερνήσεις του Κέντρου έκαναν τότε πολύ καλό στον τόπο και πολύ κακό στον εαυτό τους. Δεν άντεξαν και το 1952 ο Πλαστήρας, παρά την αντίθετη γνώμη του Σοφοκλή Βενιζέλου, υπό την επιρροή των Αμερικανών δέχθηκε να αναμετρηθεί με τον Παπάγο και με πλειοψηφικό. Συνετρίβη και αυτό που λέγαμε τότε Δεξιά εδραιώθηκε στην εξουσία με τον Αλ. Παπάγο και τον K. Καραμανλή. Δεν πιστεύω ότι οι διώξεις κατά της Αριστεράς ήταν συστηματικές. Προέκυπταν από την ίδια την υφή του καθεστώτος. Δεν νομίζω ότι αυτό το καθεστώς μπορούσε ν’ αλλάξει εύκολα. Ισως ο K. Καραμανλής μπορούσε να το καταργήσει ή να το απαλύνει νωρίτερα, αλλά ήταν πολύ νωρίς ακόμη για να προχωρήσει στην αποκατάσταση των ηττημένων. Το τόλμησε πολύ αργότερα ο Ανδρέας Παπανδρέου και είναι από τα λίγα που εγγράφονται στο ενεργητικό του. Μεσολάβησε, όμως, η Δικτατορία, όπου όλοι βρεθήκαμε στη φυλακή, και προπαντός μεσολάβησαν τα μεγάλα δημοκρατικά ανοίγματα του K. Καραμανλή μετά το 1974.

O Κωνσταντίνος Καραμανλής γύρισε το 1974 από το Παρίσι εντελώς διαφορετικός από εκείνον της δεκαετίας του ’50. Περισσότερο ώριμος και πεπαιδευμένος. H πολιτική που ακολούθησε μετά το 1974 ήταν ουσιαστικά η πολιτική που αποφασίσαμε στο Παρίσι και συμφώνησαν όλα τα κόμματα, πλην του Ανδρέα. Υπήρχε πολύ καλή συνεννόηση και με το KKE. Τότε είχαμε συμφωνήσει να νομιμοποιήσουμε το KKE και να επιτρέψουμε την επάνοδο από τις ανατολικές χώρες των προσφύγων, πλην των Σλαβομακεδόνων. Με την εξαίρεση αυτή, το έχω ξαναπεί, συμφώνησε και το KKE, ο φίλος ο Χαρίλαος (Φλωράκης) δεν το παραδέχεται, αλλά είναι αληθές. Φοβηθήκαμε μήπως μας προκύψει δεύτερο πρόβλημα μειονότητας ανάλογο με εκείνο της Θράκης. Θα έλεγα μάλιστα να τακτοποιηθεί και το πρόβλημα των περιουσιών με ικανοποιητική αποζημίωση. Το ίδιο θα έλεγα και για τις περιουσίες των Τσάμηδων».