ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι προσδοκούν οι Ελληνες από την πολιτική;

Τι προσδοκούν σήμερα οι Ελληνες από τους πολιτικούς, τι προσδοκούν από την ίδια την πολιτική όπως διεξάγεται; Και πώς απαντούν τα κόμματα σε αυτές τις προσδοκίες; Συνοπτικά απαντώντας, θα λέγαμε ότι σήμερα οι Ελληνες έναντι της ψήφου τους ζητούν εργασία, ευημερία, κοινωνική σταθερότητα. Η εργασία είναι το πρώτο, το πιο καυτό αίτημα? είναι το αυτονόητο δικαίωμα που έχει κλονιστεί, εξ ου και όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί έχουν την εργασία πρώτη στην ατζέντα της ρητορικής τους? εξ ου κάθε «άκομψη» αναφορά σε μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού κλονίζει κυβερνήσεις και κόμματα εξουσίας.

Η ευημερία, νοούμενη ως αιώνια και αδιατάρακτη, είναι επίσης πρωταρχικό αίτημα των εκλογέων? σε μια χώρα που κέρδισε ευζωία και μακροβιότητα αδιανόητη πριν από λίγες δεκαετίες, η διαρκής πρόοδος φαντάζει αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα.

Ο Ελληνας, τέλος, θεωρεί δεδομένη την εξασφάλιση της κοινωνικής του θέσης, αλλά και της δυνατότητας για κινητικότητα και άνοδο. Με αυτά τα δεδομένα πορεύτηκε από τη μεταπολίτευση έως σήμερα? αυτά ζητάει ως ελάχιστο γκαραντί. Ζητάει λοιπόν εγγυήσεις της υλικής συνθήκης πρωτίστως, μα και της θέσης του, της αυτοαναγνώρισης, του συμβολικού.

Αοριστολογίες

Τι απαντούν τα κόμματα εξουσίας σε αυτά τα αιτήματα; Αοριστολογούν. Αποφεύγουν τα ακανθώδη υλικά αιτήματα. Και πλειοδοτούν σε προσφορά δικαιωμάτων? μιλούν και ξαναμιλούν για το δικαίωμα στην εργασία, στις ίσες ευκαιρίες, στη συμμετοχή, στην αξιοπρέπεια, στο χαμόγελο, στο όνειρο… Μα ακριβώς αυτός ο πληθωριστικός λόγος περί δικαιωμάτων δεν είναι απλώς υπεκφυγή, είναι ένας τρόπος να αδρανοποιηθεί η κοινωνία που ζητάει και απαιτεί, να περιπέσει σε μια νιρβάνα μέθεξης δικαιωμάτων, να καθηλωθεί σε μια εξιδανικευμένη μεταμφίεση της παρούσας κατάστασης, χωρίς κουράγιο να ζητήσει αλλαγή ή μεταρρύθμιση. Πολύ περισσότερο που και τα ήδη αναγνωρισμένα δικαιώματα ελάχιστα εφαρμόζονται. Ετσι, η πλειοδοσία σε δικαιώματα συνιστά έναν στραγγαλισμό του επείγοντος και απαιτητικού παρόντος, διά της επαγγελίας ενός αορίστου μέλλοντος.

Ο πληθωρισμός προσφοράς δικαιωμάτων εκβάλλει σε έναν καινοφανή λόγο με χαρακτήρες μεσσιανικούς, υπερβατικούς και λάιφ στάιλ. Οι τόσο διαφορετικοί αυτοί χαρακτήρες, παρότι αντιφάσκουν, συνυπάρχουν και συντίθενται στο εσωτερικό μιας κοινωνίας που συγκροτείται αναλόγως αντιφατικά και συγκρουσιακά. Διότι οι Ελληνες ψηφοφόροι της 7/3 δεν ζητούν μόνο άρτο, αλλά και τροφή για το φαντασιακό? μαζί με την υλική εξασφάλιση, ζητούν να αναγνωρίσουν εαυτούς στο νέο περιβάλλον, ζητούν να στερεώσουν μια ανανεωμένη ταυτότητα Ελληνα και Ευρωπαίου, ζητούν αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία, πίστη. Το σχήμα «Εκσυγχρονισμός-Ισχυρή Ελλάδα» του Κ. Σημίτη έπεισε τα ωφελούμενα ανώτερα στρώματα, μερίδα διανοουμένων, ανερχόμενους επιχειρηματίες, μέρος του λαού, ωστόσο έμεινε άψαχνο, ξεφούσκωτο περίβλημα κατά τη δεύτερη κυβερνητική τετραετία, εκτός των άλλων, λόγω διαφθοράς και εμφανούς έλλειψης στρατηγήματος.

Οι Ελληνες αναζητούν διασφάλιση θέσης και ταυτότητας, καθώς επελαύνουν νέες τεχνολογίες, καθώς οι μικροεπαγγελματίες στριμώχνονται, η αγορά εργασίας αλλοιώνεται εθνοτικά, καθώς όλοι ζουν σε μια κοινωνία νέα και ανοιχτή, ορθάνοιχτη στον ανταγωνισμό.

Τα αναδυόμενα νέα κοινωνικά υποκείμενα με τους καινοφανείς χαρακτήρες είναι γεννημένα σε περιβάλλον άγριου ανταγωνισμού, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τρομάζουν και δεν θα προτιμούσαν ένα κράτος προστατευτικό και χαλαρό μαζί, μια εργασία χαλαρή μα και αποδοτική. Η μετάβαση στην ανοιχτή κοινωνία δεν είναι εύκολη και άκοπη.

Το «μάλλον θετικά»

Παραλλήλως, δεν πιστεύουν στα κόμματα, στο κόμμα-κράτος, στο κόμμα βαρώνων και προεστών. Εξ ου και αναγνωρίζονται περισσότερο σε πρόσωπα παρά σε κόμματα. Την περασμένη εβδομάδα, στη δημοσκόπηση της VΡRC-ΣΚΑΪ, το 55% απάντησε ότι έχει «μάλλον θετική εντύπωση» για τον νέο τρόπο εκλογής προέδρου στο ΠΑΣΟΚ. Αυτό που σχολιάστηκε από τους παραδοσιακούς αναλυτές ως «τέλος των κομμάτων», χαιρετίζεται από το πλήθος «μάλλον θετικά», δηλαδή ως «μάλλον αρχή για κάτι άλλο». Η θετική υποδοχή της διά βοής επικρότησης ενός ήδη χρισμένου ηγεμόνα, δείχνει ότι το πλήθος απεμπλέκεται από μια πολιτική ζωή που του είναι πια αδιάφορη ή και εχθρική. Οι ελιγμοί των προεστών, οι εμφανείς εξαρτήσεις τους από κεφαλαιούχους, η απάθειά τους ή και η παντελής αγνόηση του πραγματικού κόσμου, οδηγούν το 55% των υπηκόων να βλέπει «μάλλον θετικά» την υπέρβαση των κομμάτων ως νομιμοποιητικών μηχανισμών και να καταφεύγει στη μαγεία του ελέω λαού Ηγεμόνα. Αυτό είναι πράγματι νέο στοιχείο – νέο και παλαιό… Είναι η επανάκαμψη της αρχαϊκής μαγείας από την πόρτα της ultra νεωτερικότητας. Είναι ο καιρός μας.

Αν ο πολιτικός καλβινισμός του Κ. Σημίτη σήμανε ένα κλίμα μεταρρύθμισης στην Ελλάδα του 1996-03, το διά βοής χρίσμα του Γ. Α. Παπανδρέου σημαίνει μια ιδιότυπη αντιμεταρρύθμιση. Ο Κ. Σημίτης έδωσε έμφαση σε μια αίσθηση προορισμού, σκόπευε αταλάντευτα στην ΟΝΕ, στα έργα, στην ολοκλήρωση, διατυμπάνιζε τον προορισμό της ισχυρής Ελλάδας, απομάγευε την Ελλάδα από τη μαγγανεία του Ανδρέα, από τον διονυσιακό λαϊκισμό του Τιμονιέρη, από το delirium profanum των ’80s, από τον φαύλο κύκλο της αμαρτίας και της μετάνοιας.

Η ορθολογικοποίηση Σημίτη αναπόφευκτα έφερε εντάσεις, αβάσταχτες, όπως ακριβώς προβλέπει θεωρητικά ο Μαξ Βέμπερ. Ο Ελληνας, συνηθισμένος στη μαγεία, στην ομολογημένη-και-συχωρεμένη αμαρτία, δυσανασχέτησε με την καλβινιστική πειθαρχία και το πείσμα του μεταρρυθμιστή, δυσανασχέτησε με τον ασκητισμό της ισχυρής Ελλάδας και μοιραία κινήθηκε σαν εκκρεμές.

Χαλαρή αντιμεταρρύθμιση

Ο Γ. Α. Παπανδρέου φέρνει ένα είδος ηδονικής, χαλαρής αντιμεταρρύθμισης. Επαναφέρει την απολεσθείσα μαγεία, αλλά πώς; Την επαναφέρει όχι σαν την παλιά γνώριμη, αλλά σαν νέα γνώριμη, με όλα τα αλληλοσυγκρουόμενα και αντιφατικά στοιχεία του παρόντος. Στην αντιμεταρρύθμισή του συνυπάρχουν στοιχεία αρχαϊκά (το διά βοής χρίσμα του κληρονομικώ δικαίω ηγεμόνα) με την οιονεί νεωτερική ρητορική περί δικαιωμάτων, συμμετοχής, δημοψηφισμάτων, χαμόγελου, μια ρητορική ευχάριστη και υπερβατική, παρηγορητική, μα χωρίς ύλη, χωρίς ψίχα. Το πιεζόμενο πλήθος ζητάει επαναφορά στον γνώριμο κύκλο «αμαρτία-μετάνοια», ό,τι ήταν η εγκαθιδρυμένη συνενοχική σχέση του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ με τους μη προνομιούχους. Ο Γ.Α.Π. ανακουφίζει την ένταση που έφερε ο Κ. Σημίτης, το άγχος του υποψήφιου νεόπτωχου ενώπιον της risk society, προσφέροντας δικαιώματα και στυλ, προσφέροντας τελετουργίες. Του ζητούν εργασία, μιλάει για σοφτ ντραγκς και συμμετοχή. Χαλάρωση.

Η χαλαρή, η cool συμπεριφορά, ενώ από κάτω σιγοβράζει η ανασφάλεια, η άνετη ενσωμάτωση νεωτερικών στοιχείων μαζί με συντηρητικές επιλογές ζωής, η απαξίωση της παραδοσιακής πολιτικής μαζί με καταφυγή σε αρχαϊκές συστοιχήσεις, η πολυσύνθετη και αντιφατική στάση μεγάλου μέρους της νεοελληνικής κοινωνίας καθρεφτίζεται στη νέα ρητορική των ηγετών, ιδίως του Γ. Α. Παπανδρέου. Τα υλικά αιτήματα μένουν αναπάντητα, τα φαντασιακά παίρνουν πολλές υποσχέσεις.

Η τρέχουσα πολιτική δεν εννοηματώνει τον κόσμο, μάλλον τον μαγεύει με νέα εργαλεία χειραγώγησης? δεν συσπειρώνει ανθρώπους, δεν εκφράζει ανάγκες, δεν μετασχηματίζει τις ιδέες σε πολιτική πράξη. Το βαθύτερο αίτημα του μαγεμένου πλήθους δεν είναι ασφαλώς η χειραγώγησή του -παρότι έτσι διαφαίνεται επιπολής-, αλλά μια επαναθεμελίωση βασικών εννοιών, πνευματικών και πολιτικών, μια ουσιώδης μεταρρύθμιση της πολιτικής σφαίρας σύστοιχη με την ήδη συντελούμενη βαθιά αλλαγή της κοινωνικής σφαίρας. Η χαλαρή, η «μάλλον θετική», η δυσερμήνευτη αδιάφορη στάση του πλήθους δεν είναι μόνο αδιαφορία, δεν είναι μόνο η αδυναμία του χειραγωγημένου? δείχνει επίσης ότι το πλήθος αφουγκράζεται τα πλησιάζοντα και αναζητάει τη λιγότερο επώδυνη ισορροπία.