ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πολίτες εντός και εκτός των κομματικών τειχών

1. Κάθε κόμμα δικαιούται να επιλέγει τρόπο εκλογής του προέδρου του (ή και λήψης άλλων αποφάσεών του) με συμμετοχή και μη-μελών. Τίποτε δεν το εμποδίζει (ούτε το Σύνταγμα) σ’ αυτό.

Με την ανοιχτή αυτή διαδικασία καταπίπτει εν μέρει η διαχωριστική γραμμή μεταξύ κομματικών μελών και λοιπών πολιτών, διαχωριστική γραμμή που είναι μεν σύμφωνη με το κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα και την αναγνώριση των πολιτικών κομμάτων, όμως συνεπάγεται ένα «προνόμιο» των εντός των κομματικών τειχών πολιτών, να καθορίζουν αυτοί τις πολιτικές εξελίξεις (π.χ. την εκλογή αυριανών ηγετών μας) ερήμην των πολιτών που προτιμούν τη μη-ένταξή τους σε κόμμα.

Ανεξάρτητα από το ότι στην επικείμενη εκλογή νέου προέδρου του ΠΑΣΟΚ η παραπάνω ανοιχτή διαδικασία δεν έχει πρακτική σημασία, αφού ο υποψήφιος είναι ένας, και ανεξάρτητα από το πόσο ρεαλιστική και εφαρμόσιμη είναι η διαδικασία αυτή χωρίς προηγούμενη προσεκτική επεξεργασία της, το ξεπέρασμα του φράγματος ανάμεσα στον κομματικό και στον ανένταχτο πολίτη παραμένει ένας στόχος που εξασφαλίζει περισσότερη πραγματική ισότητα (όχι απλή ισονομία) μεταξύ των πολιτών, άρα περισσότερη δημοκρατία.

Σημειώνω, πάντως, ότι η διαχωριστική γραμμή παραμένει και μετά τη δημιουργία νέας κατηγορίας πολιτών που εξομοιώνονται προς μέλη στο θέμα της εκλογής προέδρου. Απλώς διευρύνεται ο εντός των τειχών χώρος. Η επιδιωκόμενη δημοκρατική ανοιχτή διαδικασία δεν ολοκληρώνεται.

2. Η παραπάνω ανοιχτή διαδικασία πρέπει, φυσικά, να σέβεται τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών. Για τα μέλη ενός κόμματος ρητά επιτρέπει ο νόμος τη συλλογή και αρχειοθέτηση των δεδομένων τους από το κόμμα. Για τα μη-μέλη, η χρήση των στοιχείων της ταυτότητάς τους για τη συγκεκριμένη περίπτωση εκλογής προέδρου κόμματος μπορεί, νομίζω, να εξυπηρετεί μόνο δύο θεμιτούς σκοπούς. Τη διαπίστωση ότι πρόκειται για Ελληνα πολίτη (για την οποία, πάντως, θα αρκούσε η επίδειξη της ταυτότητας) και την ταυτοποίηση των ψηφοφόρων προς αποφυγήν διπλοψηφιών. Το ότι αποκαλύπτεται πως ο πολίτης μετέχει στη διαδικασία αυτή, δεν συνιστά παραβίαση της μυστικότητας της ψήφου, γιατί η μυστικότητα προβλέπεται για τις βουλευτικές (και τις δημοτικές) εκλογές, όχι για τη συμμετοχή σε άλλες κομματικές εκδηλώσεις, που μπορεί να γίνεται φανερά.

Οι παραπάνω δύο θεμιτοί σκοποί δεν καλύπτουν την, μετά τον έλεγχο των τυχόν διπλοψηφιών, αρχειοθέτηση των δεδομένων που θα σήμαινε αρχειοθέτηση της δήλωσης φιλίας προς ένα κόμμα, άρα καταγραφή πολιτικών πεποιθήσεων (οι οποίες συνιστούν ευαίσθητο δεδομένο). Δεν βλέπω να υπάρχει άλλος θεμιτός σκοπός για την αρχειοθέτηση. Αντίθετα, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κακής χρήσης των αρχειοθετημένων δεδομένων, με δυσμενείς διακρίσεις κ.λπ.

Επομένως, πρέπει τα στοιχεία ταυτότητας που θα έχουν συλλεγεί να καταστραφούν αμέσως μετά τον έλεγχο των τυχόν διπλοψηφιών και να διασφαλισθεί η αποφυγή της οποιαδήποτε άλλης χρήσης τους έως την καταστροφή, με αμερόληπτους επόπτες παρόντες ήδη κατά τη διαδικασία συλλογής. Η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, όπως την κατανόησα, δεν εμποδίζει τον έλεγχο της ταυτοποίησης, εφόσον αυτός δεν συνεπάγεται ονομαστική αρχειοθέτηση των ψηφιζόντων.

3. Το ζήτημα, πάντως, πιστεύω ότι πήρε αδικαιολόγητα υπέρμετρες διαστάσεις, αφού έτσι κι αλλιώς διαχωρισμό των πολιτών με κινδύνους διακρίσεων ενέχει ήδη η επιτρεπόμενη από τον νόμο αρχειοθέτηση των δεδομένων των μελών των κομμάτων (που μπορεί να ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες πολιτών και μπορεί να αυξηθούν ακόμη περισσότερο με τα προσωρινά «μέλη μιας χρήσης»). Εξ άλλου, τέτοιος διαχωρισμός των πολιτών με βάση επίσης ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, έγινε ήδη με τη συλλογή και αρχειοθέτηση υπογραφών πολιτών εκ μέρους της Εκκλησίας στο θέμα των ταυτοτήτων, χωρίς καμία αντίδραση από πολλούς που σήμερα διαμαρτύρονται, χρησιμοποιώντας δύο μέτρα και δύο σταθμά για όμοιες περιπτώσεις.