ΠΟΛΙΤΙΚΗ

H πολιτική σκηνή μετά την εκλογή Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ

H πρωτόγνωρη διαδικασία εκλογής του νέου προέδρου του ΠΑΣΟΚ, παρά την αναμφισβήτητη πολιτική της σημασία, δεν φαίνεται να ενίσχυσε την εικόνα του κόμματος που παρέμεινε στάσιμη, ούτε επέδρασε ιδιαίτερα στον συσχετισμό των κομματικών δυνάμεων, τροποποιώντας προς όφελος του ΠΑΣΟΚ τους όρους της εκλογικής αναμέτρησης. Ισως, μάλιστα, να συνέβαλε και στο αντίθετο. Σε αυτήν τη διαπίστωση συγκλίνει η συγκριτική αποτίμηση, πριν και μετά το γεγονός της εκλογής, τόσο της εικόνας των δύο κομμάτων (πίνακας 1) και των πολιτικών αρχηγών (πίνακας 2), όσο βεβαίως και η αποτύπωση του εκλογικού συσχετισμού που καταγράφει η (τηλεφωνική) πρόθεση ψήφου του εβδομαδιαίου Εκλογικού Βαρόμετρου της VPRC (βλέπε αναλυτικότερα «Καθημερινή» 12/2/04).

Οσον αφορά την κοινωνική κινητοποίηση, οι 1.020.145 πολίτες (μέλη και φίλοι=ψηφοφόροι) του ΠΑΣΟΚ, που έλαβαν μέρος την περασμένη Κυριακή στην εκλογή του νέου προέδρου του κόμματος, είναι αναμφίβολα εντυπωσιακή. Οι συμμετέχοντες αντιπροσωπεύουν το 34% της εκλογικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ στις βουλευτικές εκλογές του 2000 (το ΠΑΣΟΚ είχε λάβει 3.007.596 ψήφους). Γεγονός που σημαίνει ότι ο 1 στους 3 ψηφοφόρους του κόμματος ανταποκρίθηκε στην έκκληση της ηγεσίας του. Μάλιστα, σε ορισμένους νομούς, η συμμετοχή, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, υπερέβη το 40% των εκλογέων του, π.χ. B΄ Πειραιά 44%, Ρέθυμνο 41%, Καστοριά 41%, Ηράκλειο 40% κ.λπ. (H προηγούμενη διαπίστωση δεν αποδυναμώνεται ουσιωδώς, επειδή σε αυτόν τον αριθμό περιλαμβάνεται και ένας αριθμός νέων, ηλικίας 16-17 ετών, ίσως και άλλων, που δεν διαθέτουν εκλογικό δικαίωμα.)

Η διαδοχή

Μετά τη μακρά περίοδο κομματικού αποχρωματισμού που είχε επιβάλει η διοίκηση του κ. Σημίτη, η διαδοχή Παπανδρέου έχει προκαλέσει την κομματική – παραταξιακή αφύπνιση και έχει ενισχύσει σημαντικά την παράμετρο της κομματικής ταύτισης. H «απελευθέρωση» της κοινωνικής βάσης του κόμματος και η ανάγκη να εκφρασθεί συλλογικά η ψυχολογική της πίεση από την («παράσταση») προδιαγεγραμμένης ήττας του ΠΑΣΟΚ, που είχε εδραιωθεί επί μακρόν με τη βοήθεια και των δημοσκοπήσεων, εξηγούν σε μεγάλο βαθμό το μέγεθος της ανταπόκρισης που είχε η διαδικασία.

Νέα μορφή συμμετοχής

Λόγω και του χρόνου στον οποίο πραγματοποιήθηκε, η προσέλευση στην εκλογή του προέδρου συνιστά πρακτικά μία νέα μορφή συμμετοχής στην προεκλογική εκστρατεία. Πράγματι, αν παραμερισθούν προς στιγμήν οι σημαντικές θεσμικές επιπτώσεις του εγχειρήματος, στη μορφή του κόμματος, η λειτουργία της δεν διαφέρει από την παραδοσιακή συμμετοχή στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, παρά μόνον στην έκταση. Επιπλέον, η άμεση και όχι έμμεση εκλογή του προέδρου του κόμματος συνιστά, κατ’ αρχήν, αλματώδη διεύρυνση της πολιτικής νομιμοποίησης του νεοεκλεγέντος προέδρου. Ενα και πλέον εκατομμύριο «προσωπικοί» ψήφοι έχουν προφανώς διαφορετική βαρύτητα από ό,τι οι 4.316 ψήφοι (επί συνόλου 6.439 ψηφισάντων), που απέσπασε ο κ. Σημίτης στο 6ο Συνέδριο (10/2001).

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής ότι αυτή η κινητοποίηση αντιπροσωπεύει στο σύνολο του εκλογικού σώματος περίπου το 14%. Επομένως, μπορεί ο 1 στους 7 πολίτες να ψήφισε «προσωπικά» τον Γ. Παπανδρέου, ωστόσο οι υπόλοιποι 6 στους 7, δηλαδή τα υπόλοιπα 6.500.000 εκατομμύρια του εκλογικού σώματος, δεν «συμμετείχαν» ούτε βίωσαν θετικά αυτήν τη συλλογική εμπειρία.

Αντιθέτως, όπως καταδεικνύεται και από τα εμπειρικά δεδομένα, η διαδικασία εκλογής του νέου προέδρου, με τον τρόπο με τον οποίο υλοποιήθηκε, λειτούργησε πολωτικά και διαιρετικά, ενίσχυσε κατακόρυφα τις αρνητικές εντυπώσεις σε ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, αλλά και της ίδιας της βάσης του κόμματος: Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση τα ευρήματα του Βαρόμετρου, σχεδόν το 30% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ του 2000 (μέγεθος ασφαλώς διόλου αμελητέο) δεν αποδέχθηκαν «θετικά» την προταθείσα διαδικασία, δηλώνοντας είτε αρνητική «εντύπωση» είτε αποστασιοποίηση.

Ετσι, μετά την εκλογή του νέου προέδρου, η εικόνα του κόμματος παραμένει αμετάβλητα αρνητική, όπως και η υστέρησή του από την αντίστοιχη της Ν.Δ. Εχει δε ιδιαίτερη σημασία ότι σύμφωνα με τους ερωτώμενους, η ανάγκη του ΠΑΣΟΚ για «ανανέωση ιδεών και προσώπων» παραμένει το ίδιο υψηλή με πριν, όπως και η στερεοτυπικά επαναλαμβανόμενη εικόνα του κατ’ εξοχήν «εξαρτημένου από οικονομικά συμφέροντα» κόμματος. H μοναδική αξιόλογη μεταβολή μετά την εκλογή αφορά την ελαφρά ενίσχυση της εικόνας «ενότητας» που εμφανίζει (+4%). Επομένως, η υψηλή νομιμοποίηση που πέτυχε ο νέος πρόεδρος παραμένει όντως αυστηρά «προσωπική» και δεν βελτιώνει και την εικόνα του κόμματός του. H «αυτονόμηση» του αρχηγού από το κόμμα του που παρατηρείται, δεν είναι βεβαίως ό,τι καλύτερο θα περίμενε το ΠΑΣΟΚ εκλογικά.

Προβάδισμα

Από την άλλη πλευρά, στο επίπεδο της σύγκρισης των πολιτικών αρχηγών, ο Γ. Παπανδρέου εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό προβάδισμα (+8%), έναντι του K. Καραμανλή στη (μειωμένης σημασίας) πρωθυπουργική καταλληλότητα, κερδίζοντας παράλληλα και τις εντυπώσεις. Δεν κατορθώνει όμως να βελτιώσει τη θέση του στο κομβικό ζήτημα της «ανανέωσης της πολιτικής ζωής του τόπου» και βεβαίως στο ζήτημα της «αντιμετώπισης της διαφθοράς», όπου η θέση του έναντι του K. Καραμανλή, δείχνει να επιδεινώνεται.

Αυτήν την πλευρά της «ξεροκέφαλης» πραγματικότητας δεν έδειξαν να αντιλαμβάνονται, ή να κατανοούν αρκετά Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, προσδοκώντας ενδεχομένως και ριζική ανατροπή του εκλογικού συσχετισμού μετά την εκλογή. Γεγονός έως ένα βαθμό φυσιολογικό στην εποχή της επικοινωνίας, αν αναλογισθεί κανείς πως η υποκειμενική πεποίθηση ότι από την εκλογή ευνοείται το ΠΑΣΟΚ παραμένει κυρίαρχη και στο μεγαλύτερο τμήμα του εκλογικού σώματος (62%), σε πλήρη διάσταση με τις ίδιες τις εκλογικές του προτιμήσεις!