ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι αβεβαιότητες της πολιτικής αλλαγής

Ωδινεν όρος και έτεκε μυν. Κάπως έτσι συμπυκνώνονται οι αντιδράσεις των περισσότερων σχολιαστών για το κατά γενική ομολογία άνευρο ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών. Το ανάθεμα έπεσε κυρίως στους ασφυκτικούς διαδικαστικούς περιορισμούς της συζήτησης, δευτερευόντως δε στις προβλέψιμες ερωτήσεις των δημοσιογράφων και στο κατενάτσιο των πολιτικών αρχηγών, που προτιμούσαν να «πετάξουν την μπάλα στην εξέδρα» σε κάθε επικίνδυνη «φάση». Ολες αυτές οι ενστάσεις, και κυρίως η πρώτη, είναι βάσιμες, φοβούμαστε όμως ότι χάνουν την ουσία του προβλήματος.

Ο μήνας των 550 ευρώ

Το πρώτο στοιχείο που θα έπρεπε κανείς να επισημάνει είναι η κραυγαλέα απόσταση ανάμεσα στον μικρόκοσμο των διαπλεκόμενων πολιτικών – επικοινωνιακών ελίτ (πολιτικοί, καναλάρχες, επικοινωνιολόγοι) και στο πραγματικό κοινωνικό σώμα. Ασφαλώς, όσοι παρεπιδημούν στον κλειστό, γυάλινο κόσμο της πολιτικής, οικονομικής και τηλεοπτικής εξουσίας είχαν πραγματική αγωνία. Γι’ αυτούς, το διακύβευμα της 7ης Μαρτίου είναι όντως τεράστιο. Οι υπόλοιποι, συντριπτικά περισσότεροι, δεν περιμένουν να ακούσουν από τα χείλη των πολιτικών αρχηγών απάντηση στο ερώτημα «πώς βγαίνει ένας μήνας με 550 ευρώ». Τη γνωρίζουν πολύ καλύτερα από τους εκπροσώπους τους. Οπως γνωρίζουν ότι το ίδιο, πάνω- κάτω, ερώτημα θα τεθεί στις επόμενες εκλογές.

Ειπώθηκε ότι η παρουσία των εκπροσώπων της Αριστεράς, αν και προσέθεσε στο δημοκρατικό διάλογο, αφαίρεσε από το ντιμπέιτ το ενδιαφέρον που θα είχε μια απευθείας αναμέτρηση των δύο υποψηφίων πρωθυπουργών. Οι επικρίσεις στράφηκαν εναντίον του Γ. Παπανδρέου, ο οποίος εμφανίστηκε να φυγομαχεί για να αποφύγει μια κατά κράτος ήττα από τον ρητορικά δεινότερο K. Καραμανλή. Ακόμα και ο πιο πιστός οπαδός του προέδρου του ΠΑΣΟΚ θα δυσκολευθεί να αντικρούσει αυτές τις αιτιάσεις, ιδίως μετά το απογοητευτικό θέαμα ενός υποψήφιου πρωθυπουργού ο οποίος, στο καταληκτικό του δίλεπτο, την ώρα που έπρεπε να κοιτάξει στα μάτια τους πολίτες, προτίμησε -μόνος μεταξύ των πέντε- να κοιτάξει το «σκονάκι» του.

Λείπει η «Μεγάλη Ιδέα»

Από μια άποψη, το ντιμπέιτ ήρθε να απομυθοποιήσει την ισχύ της τηλεοπτικής Δημοκρατίας: O Γ. Παπανδρέου, που εκτοξεύθηκε μετεωρικά στο πολιτικό στερέωμα χάρη στις «επικοινωνιακές καταιγίδες» της τηλεόρασης, κατέληξε να απομυθοποιηθεί κάτω από το ανελέητο, σκληρό φως, ακριβώς των τηλεοπτικών προβολέων.

Παρ’ όλα αυτά, πιστεύουμε ότι ακόμη και μια μονομαχία των δύο αρχηγών, όσο ελεύθερη κι αν ήταν, ελάχιστα θα άλλαζε τη συνολική, γκρίζα και πληκτική εικόνα, που σχημάτισε η κοινή γνώμη από αυτό τον προεκλογικό αγώνα. Το βασικό στοιχείο του τελευταίου ήταν, κατά τη γνώμη μας, η ανυπαρξία οποιασδήποτε «Μεγάλης Ιδέας», οποιουδήποτε μεγάλου κοινωνικού και εθνικού σχεδίου από τα δύο κόμματα εξουσίας. Τίποτα που να αντικαθιστά με κάποια πειστικότητα το «ευρωπαϊκό ιδεώδες» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, την «Αλλαγή» του Ανδρέα Παπανδρέου, τον «Φιλελευθερισμό» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ή έστω τον «Εκσυγχρονισμό» του Κώστα Σημίτη. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι εκλογές της επόμενης Κυριακής θα κριθούν από την αρνητική ψήφο. Το πραγματικά ισχυρό χαρτί καθενός από τα δύο κόμματα είναι… το αντίπαλο κόμμα! Μια εξέλιξη που δεν οφείλεται σε προσωπικές ανεπάρκειες των ηγετών τους, αλλά σε βαθύτερες αλλαγές, λίγο- πολύ κοινές σε όλες τις δυτικές χώρες.

Παραδοσιακά, η Μεγάλη Ιδέα της Αριστεράς, είτε στην επαναστατική είτε στη μεταρρυθμιστική εκδοχή της, ήταν η κοινωνική δικαιοσύνη, η υπόσχεση μιας θέσης στον ήλιο για τους ανθρώπους του σωματικού και πνευματικού μόχθου που συμπιέζονται από τον σκληρά ανταγωνιστικό χαρακτήρα των καπιταλιστικών κοινωνιών. Αντίστοιχα, η Μεγάλη Ιδέα της Δεξιάς, είτε στην παραδοσιακή είτε στη φιλελεύθερη εκδοχή της, ήταν κάποια μορφή εθνικού μεγαλείου και ισχύος. O Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν αρκετά ευφυής ώστε να δώσει σ’ αυτήν «εθνική αποστολή» της συντηρητικής παράταξης μια σύγχρονη μορφή μέσω της ευρωπαϊκής προοπτικής, ξεφεύγοντας από την υποτελή στις Ηνωμένες Πολιτείες εθνικοφροσύνη των ανώμαλων μετεμφυλιακών χρόνων.

Οι τεκτονικές αλλαγές των τριών τελευταίων δεκαετιών που συμπυκνώνονται στον όρο της «παγκοσμιοποίησης», υπονομεύουν ταυτόχρονα το κοινωνικό κράτος της Κεντροαριστεράς και το «ισχυρό εθνικό κράτος» της Κεντροδεξιάς. Σε πρόσφατη, σπάνιας ειλικρίνειας τοποθέτησή της, η Αννα Διαμαντοπούλου αποκάλυψε ότι το 60% των νόμων που περνούν από τη Βουλή των Ελλήνων αφορούν, άμεσα ή έμμεσα, την ευθυγράμμισή μας με προαποφασισμένες επιλογές της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Μόλις προ ημερών, ο γκωλικός Σιράκ, ο σοσιαλδημοκράτης Σρέντερ και ο Νέος Εργατικός Μπλερ συμφώνησαν, στο άτυπο Διευθυντήριο του Βερολίνου, σε μια σκληρή νεοφιλελεύθερη ατζέντα, την οποία θα ζήλευαν οι κ. Μάνος και Ανδριανόπουλος. Σ’ αυτό το φόντο, οποιαδήποτε επαγγελία για μια τολμηρή πολιτική αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου απαξιώνεται από τους εκπροσώπους της Μίας Σκέψης ως παρωχημένος λαϊκισμός «τύπου Τσοβόλα». Ακόμη και παλιοί επαναστάτες μεγάλου πολιτικού και ηθικού κύρους, όπως ο Μαντέλα στη Νότια Αφρική και ο Λούλα στη Βραζιλία, απομυθοποιούνται γρήγορα, όταν έρχονται στην εξουσία, αντιμέτωποι με τα σκληρά διλήμματα που τους θέτει μια ανεξέλεγκτη, υπερεθνική οικονομική ελίτ. Στο πεδίο της οικονομίας, η πραγματική «κυβέρνηση», για την Ελλάδα, τη Βραζιλία ή ακόμη και για τη Γαλλία, δεν είναι αυτή που εκλέγουν οι ψηφοφόροι, αλλά η Αγία Τριάδα του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΠΟΕ.

Στροφή στο Κέντρο

Αντίστοιχα, το τέλος του διπολισμού, με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η ανάδυση ενός μονοπολικού κόσμου, με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον ρόλο παγκόσμιας κυβέρνησης, περιορίζουν ασφυκτικά τα περιθώρια για μια εθνικά διαπραγματευτική πολιτική. Το 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν δίστασε να καβαλήσει την τίγρη του περιρρέοντος αντιαμερικανισμού και να αποσύρει την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του NATO για να διαπραγματευθεί από καλύτερες θέσεις τα εθνικά συμφέροντα. Στο σημερινό ΠΑΣΟΚ των Γ. Παπανδρέου και M. Χρυσοχοΐδη, ακόμη και η απλή σκέψη για το ένα εκατοστό από αυτό που έκανε ο Καραμανλής του 1974 ισοδυναμεί με πολιτική αυτοκτονία. H μεταπολίτευση που άρχισε με την τραγωδία της Κύπρου κλείνει συμβολικά με ένα δημοψήφισμα για τη μετατροπή της σε ΝΑΤΟικό προτεκτοράτο, ανήμερα… 21 Απριλίου! Οποιοσδήποτε τολμήσει να ψελλίσει κάποια επιφύλαξη, θα εισπράξει τη χλεύη των «έτοιμων από καιρό», που θα του καταλογίσουν «τουρκοφάγο, παλαιομοδίτικο εθνικισμό τύπου Παπαθεμελή».

Ο συνωστισμός των δύο μεγάλων παρατάξεων στο λεγόμενο «Κέντρο» ενδέχεται, ωστόσο, να προκαλέσει σοβαρές ρωγμές στα δύο άκρα του πολιτικού σκηνικού. Για τη Νέα Δημοκρατία, η κυριότερη απειλή θα έρθει στο μέλλον από την ακροδεξιά. Οι εμπειρίες άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνουν ότι η ακροδεξιά κατόρθωσε να γίνει σοβαρή δύναμη, προβάλλοντας το «εθνικο-ρατσιστικό κράτος πρόνοιας» (να διώξουμε τους ξένους για να κάνουμε κοινωνική πολιτική) ως εναλλακτική λύση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Αν αύριο βρει στην Ελλάδα σοβαρότερη, πιο χαρισματική πολιτική έκφραση από το αλλοπρόσαλλο και παλαιομοδίτικο ΛΑΟΣ του κ. Καρατζαφέρη, η Νέα Δημοκρατία θα βρεθεί στο δίλημμα είτε να αφομοιώσει στον πολιτικό της λόγο την επικίνδυνη ξενοφοβική λογική είτε να κινδυνεύσει από μια επώδυνη εκλογική αιμορραγία.

Σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ, ο Γ. Παπανδρέου ανέτρεψε τον χρυσό κανόνα όλων των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που θέλει τις εκλογές να κερδίζονται από την αριστερή τους πτέρυγα και την κυβέρνηση να σχηματίζεται από τη δεξιά: Βγήκε με το πιο δεξιό προφίλ που θα μπορούσε, ενσωματώνοντας ακόμη και τους κ. Μάνο και Ανδριανόπουλο, στην προεκλογική περίοδο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όχι μόνο η «αριστερή αντιπολίτευση», αλλά και όλα τα φιλόδοξα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, που στήριξαν αδιαμαρτύρητα τον αρχηγό τους για να μην χρεωθούν πισώπλατα χτυπήματα την ώρα της μάχης, θα του ζητήσουν το λογαριασμό ύστερα από ενδεχόμενη ήττα, επιδιώκοντας να τον θέσουν υπό κάποιο πολιτικό έλεγχο.

Επαναθεμελίωση της Αριστεράς

Η θεαματική δεξιά μετατόπιση του ΠΑΣΟΚ εγγράφει το ενδεχόμενο μεγαλύτερης ή μικρότερης έκτασης αποσκιρτήσεων προς τα αριστερά του. H κινητικότητα θα επεκταθεί, πιθανότατα, στην πέραν του ΠΑΣΟΚ Αριστερά, η οποία μάλλον θα διασωθεί εκλογικά από τις συμπληγάδες της δικομματικής πόλωσης, χωρίς όμως να ξεφύγει αθροιστικά από το παγιωμένο όριο του 9-10%. Θα διακινδυνεύαμε να υποστηρίξουμε ότι το πραγματικό τρίτο κόμμα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι ούτε το KKE ούτε ο ΣΥΝ, αλλά η μεγάλη «παράταξη» των αριστερών που, ό,τι κι αν ψηφίζουν, θέλουν μια άλλη Αριστερά, ικανή να ιχνηλατήσει ένα νέο ιστορικό ορίζοντα, όπου η πολιτική θα επιβάλλεται πάνω στα οικονομικά συμφέροντα και η ηθική πάνω στην πολιτική. Υπόγειες αλλά επίμονες, για την ώρα, οι διεργασίες για μια ριζική επαναθεμελίωση του αριστερού χώρου θα πάρουν πιο συγκροτημένη μορφή στο νέο, μετεκλογικό πολιτικό σκηνικό της 8ης Μαρτίου.