ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ηγέτες ή «Κασσάνδρες»;

Το «όχι» του κυπριακού ελληνισμού στο δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν επιτρέπει κάποια σημαντικά συμπεράσματα:

Πρώτον, τα Ηνωμένα Εθνη διέπραξαν σοβαρότατο σφάλμα: Προσπάθησαν να επιβάλουν ένα «σχέδιο λύσης», το οποίο λάμβανε υπ’ όψιν μόνο τα συμφέροντα της μιας πλευράς -της μειοψηφικής- αγνοώντας τα συμφέροντα της άλλης πλευράς, της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας.

Το δήλωσε και ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, αποδίδοντας σε αυτήν ακριβώς τη μεροληψία του Σχεδίου την άρνησή του να το αποδεχθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Παρόμοια θέση εξέφρασαν 10 από τα 15 μέλη του Σ.Α., μεταξύ των οποίων και η Γαλλία. Φανταστείτε: Πολλοί ξένοι κατάλαβαν ότι το Σχέδιο Ανάν ήταν «ετεροβαρές» σε βάρος των Ελληνοκυπρίων. Μόνο μερικοί δικοί μας δεν το έχουν αντιληφθεί ακόμα…

Δεύτερον, υπήρξαν κάποιες «δεσμεύσεις» εκ μέρους προηγουμένων κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Κύπρου, ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν έτοιμη να δεχθεί «οποιαδήποτε λύση».

Αλλά όταν δηλώνουμε έτοιμοι να δεχθούμε οποιαδήποτε λύση, τότε συμβαίνουν δύο πράγματα: Πρώτον, οι «επιδιαιτητές» εκλαμβάνουν την έγκρισή μας ως «δεδομένη». Δεύτερον, επειδή μας θεωρούν «δεδομένους», ικανοποιούν κυρίως την άλλη πλευρά. Οπερ και εγένετο…

Τρίτον, κάποιοι δικοί μας κινδυνολόγησαν για να επιτύχουν την εκβιαστική αποδοχή του Σχεδίου Ανάν, χωρίς να σκεφθούν πώς θα διαχειριστούν το διαφαινόμενο «όχι». Ομως, δεν μπορείς να καθοδηγήσεις ένα λαό όταν αμφισβητείς την κρίση του ή όταν τον διχάζεις εκ των προτέρων. Βρέθηκαν, λοιπόν, σε εξαιρετικά δύσκολη θέση εκ των υστέρων: Διότι εμφανίζονται τώρα να «εύχονται» τη διεθνή απομόνωση της Κύπρου προκειμένου να «επαληθευθούν» – ενώ όσο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο περιέρχονται σε γενική ανυποληψία.

Τελικώς, το Σχέδιο Ανάν απορρίφθηκε για δύο λόγους:

-Πρώτον, διότι υπονόμευε την ασφάλεια και την ευημερία της ελεύθερης Κύπρου. Οι Ελληνοκύπριοι κατάφεραν, μετά την εισβολή του 1974, να διασώσουν τη διεθνή τους εκπροσώπηση. Τώρα καλούνταν να τη θυσιάσουν. Κατάφεραν, επίσης, να διασφαλίσουν ένα υψηλότατο επίπεδο δημοκρατικής λειτουργίας. Καλούνταν σήμερα να περιέλθουν σε καθεστώς προτεκτοράτου, διοικούμενοι από τρεις εξωχώριους δικαστές, που ούτε εκλέγονται ούτε λογοδοτούν στο λαό της Κύπρου. Δεν θα επρόκειτο για «δικαστές», θα επρόκειτο, μάλλον για «ύπατους αρμοστές». Τέλος, οι Ελληνοκύπριοι κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα αξιοζήλευτο επίπεδο ευημερίας, το οποίο, αν πέρναγε το Σχέδιο Ανάν, θα υπονομευόταν καίρια.

Αυτό το επισημαίνει και ο έγκυρος Τούρκος αρθρογράφος Αλή Μπιράντ: «Οι Ελληνες είναι φυσικά εξοργισμένοι. Και πώς να μην είναι; Χάνουν τη Δημοκρατία που έχουν… Θα πρέπει να μοιραστούν τώρα με τους Τούρκους τα 18.000 δολάρια του κατά κεφαλήν εισοδήματος που έχουν, αντί να τα αυξήσουν. Και πέρα απ’ όλα αυτά, δεν ανακτούν αξιόλογο ποσοστό εδάφους από το βόρειο τμήμα του νησιού, ενώ δεν μπορούν να επανεγκαταστήσουν την πλειοψηφία των Ελλήνων προσφύγων στον Βορρά. Αν ήσαστε στη θέση των Ελληνοκυπρίων δεν θα είχατε τρελαθεί με όλα αυτά;…». (Turkish Daily News, 1η Απριλίου 2004)

Φανταστείτε: Περισσότερο μας καταλαβαίνει ο κ. Μπιράντ παρά ορισμένοι δικοί μας…

– Δεύτερον, το Σχέδιο Ανάν απορρίφθηκε διότι δεν υπήρχαν εγγυήσεις για την εφαρμογή του. Το ομολόγησε απερίφραστα και ο «πρωθυπουργός» του ψευδοκράτους Ταλάτ: «Οι μακρές μεταβατικές περίοδοι του Σχεδίου Ανάν είναι επαρκείς ώστε να δούμε αν η Τουρκία θα διασφαλίσει ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων ή όχι… Αν η Τουρκία δεν διασφαλίσει ημερομηνία, η συμφωνία θα είναι δύσκολο να εφαρμοστεί» (εφημερίδα Ραντικάλ, 24 Φεβρουαρίου 2004).

Τέλος, όταν βγήκε το εκκωφαντικό «όχι», διαπιστώσαμε ότι ναι, υπήρξε κάποια δυσφορία στο εξωτερικό. Αλλά δεν υπήρξε «καταστροφή». Αντίθετα από αρκετές πλευρές υπήρξε και κατανόηση: Για παράδειγμα η Γαλλική εφημερίδα Figaro έγραψε (26/4): «Θα ήταν άδικο να ρίξουμε όλο το φταίξιμο στους Ελληνοκυπρίους και στον «εγωισμό» τους. Οι αιτίες της αποτυχίας είναι πολλές. Οι ΗΠΑ και η Βρετανία… δεν έπεισαν τους ψηφοφόρους στο Νότο του νησιού ότι δεν ενεργούσαν αποκλειστικώς και μόνον υπέρ της Ακυρας. Η Τουρκία δεν έκανε τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να καμφθεί η καχυποψία των Ελληνοκυπρίων ύστερα από 30 χρόνια κατοχής του Τουρκοκυπριακού βορρά». Φανταστείτε: Η γαλλική εφημερίδα έδειξε μεγαλύτερη κατανόηση για την ετυμηγορία των Ελληνοκυπρίων απ’ όση έδειξαν πολλοί δικοί μας…

Ενας ηγέτης είναι απαραίτητο να ενημερώνει πλήρως το λαό για τις δυνατότητες και τους κινδύνους κάθε απόφασής του. Αλλά για να είναι πειστικός, πρέπει να έχει αποδείξει ότι εκπροσωπεί το λαό του και τα συμφέροντά του στο εξωτερικό – όχι τις απόψεις και τα συμφέροντα των συμμάχων του μέσα στη χώρα του. Ηγέτες που μοιάζουν να εκπροσωπούν το «εξωτερικό» μέσα στη χώρα -όχι το αντίστροφο- χάνουν την αξιοπιστία τους και δεν μπορούν ούτε τις απαραίτητες υποχωρήσεις να κάνουν.

Συχνά κοιτάμε το διεθνές περιβάλλον απολύτως μειονεκτικά: Μήπως κάποιοι μας «κακολογήσουν». Ασφαλώς όταν υποστηρίζουμε τα εθνικά μας συμφέροντα, κάποιοι θα βρεθούν απέναντί μας. Δεν είναι κατ’ ανάγκην «εχθροί» μας. Και δεν είναι οι μόνοι. Υπάρχουν κι άλλοι, που ενδέχεται να μας στηρίξουν. Με αυτούς πρέπει να συμμαχήσουμε για να εξουδετερώσουμε τις πιέσεις των εκάστοτε «αντιπάλων» μας.

Στην τελευταία «μάχη» για το Κυπριακό, η βρετανική διπλωματία βρέθηκε απέναντί μας. Αλλά η γαλλική βρέθηκε πολύ πιο κοντά μας. Αύριο, μπορούν τα πράγματα να έλθουν ακριβώς αντίστροφα… Ομως οι Βρετανοί σήμερα έχουν προκαλέσει σημαντικότατα προβλήματα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με το δημοψήφισμα που εξήγγειλαν για το Ευρωσύνταγμα. Οι Βρετανοί είναι οι τελευταίοι που μπορούν να «απομονώσουν» σήμερα οποιονδήποτε μέσα στην Ενωση… Οντως, η Ελλάδα είχε πρόβλημα ηγεσίας επί σημιτικού ΠΑΣΟΚ. Ηγεσία που δεν ξέρει να λέει «όχι», δεν μπορεί, τελικά, να πει και το «ναι».

Ηγεσία που φαντάζεται ότι μπορεί να εκπροσωπεί τα εθνικά συμφέροντα, χωρίς να προκαλέσει και κάποια «δυσαρέσκεια», ενίοτε, σε κάποιους εταίρους μας, είναι ανίκανη να κυβερνήσει.

Ηγεσία που πανικοβάλλεται εν όψει οποιασδήποτε «δυσαρέσκειας» από το εξωτερικό, σε σημείο που να υποτιμά και τα ερείσματα που διαθέτει, προκαλεί τους πάντες να την πιέζουν και δεν είναι άξια να την υποστηρίξει οποιοσδήποτε.

Τέλος, ηγεσίες που παρουσιάζουν την Ευρωπαϊκή Ενωση όχι ως αυτό που πράγματι είναι -ως μια κοινότητα ελευθέρων λαών και δημοκρατικών καθεστώτων- αλλά ως ένα «λάκκο λεόντων» με εκδικητικούς γραφειοκράτες που καιροφυλακτούν να σε… «κατασπαράξουν» αν ψηφίσεις «στραβά», προσφέρουν κάκιστη υπηρεσία στην Ενωση και στα ευρωπαϊκά ιδεώδη.

Οντως είχαμε πρόβλημα ηγεσίας τα τελευταία χρόνια. Τέτοιο πρόβλημα, όπως αποδείχθηκε, δεν έχουμε πλέον – ούτε στην Κύπρο ούτε στην Ελλάδα. Ευτυχώς…