ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενίσχυση Καραμανλή – Αποδιοργάνωση στο ΠΑΣΟΚ

Σύμφωνα με ευρήματα του πρώτου κύματος του πολιτικού Βαρόμετρου για τις eυρωεκλογές, που πραγματοποίησε η εταιρεία VPRC για λογαριασμό της «Καθημερινής» και του ΣΚΑΪ, η περίοδος χάριτος για το κυβερνών κόμμα, που εγκαινιάσθηκε την επαύριο των εκλογών της 7ης Μαρτίου, δείχνει να διατηρείται. Το δημοψήφισμα στην Κύπρο και οι αντιπαραθέσεις που πυροδοτήθηκαν, φαίνεται να έχουν ευνοήσει περισσότερο την εικόνα της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή και αντιθέτως, να έχουν αποδυναμώσει ως ένα βαθμό την εικόνα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και του αρχηγού της.

Η πρωθυπουργική δημοτικότητα

Ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής εξακολουθεί να καταγράφεται με διακριτή διαφορά, ως ο πλέον δημοφιλής Ελληνας πολιτικός αρχηγός. Η πρωθυπουργική δημοτικότητα, παραμένει «καθηλωμένη» στα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, της τάξης του 78%, που κατέγραψε και η πρώτη μετεκλογική έρευνα της VPRC τον περασμένο Μάρτιο (Βλέπε σχετικά «Καθημερινή» 21/3/04). Αντιθέτως, σε σύγκριση με τη μέτρηση του περασμένου Μαρτίου, η δημοτικότητα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως κ. Γ. Παπανδρέου, εμφανίζει σημαντική υποχώρηση: Οι θετικές κρίσεις για το πρόσωπό του έχουν περιορισθεί από 68% σε 59% (κάμψη κατά 9 εκατοστιαίες μονάδες) και αντιστρόφως, οι αρνητικές έχουν αυξηθεί από 27% σε 34% (αύξηση κατά 7 εκατοστιαίες μονάδες). Η σταθεροποίηση του Κ. Καραμανλή και η εδραίωση της υπεροχής του, έναντι του αντιπάλου του, καταγράφεται πλέον, εμφανώς, στον γνωστό δείκτη πρωθυπουργικής ικανότητας («ποιος είναι καταλληλότερος για πρωθυπουργός»), με βάση τον οποίο, το 53% των πολιτών, έναντι μόνον 25% του κ. Παπανδρέου, θεωρεί τον Κ. Καραμανλή «καταλληλότερο για πρωθυπουργό». Η εικόνα αυτή είναι αντίστροφη της προεκλογικής.

Η κυβερνητική δημοτικότητα

Η κυβερνητική δημοτικότητα (η θετική γνώμη για την κυβέρνηση) καταγράφεται σήμερα στο 43%, (αμέσως μετά τις εκλογές του 2000 ήταν στο 28%, ενώ μετά τις εκλογές του 1996 μόλις στο 18%). Αντιθέτως, η εικόνα της αντιπολίτευσης δείχνει να διέρχεται σοβαρή κρίση. Η δημοτικότητά της προσεγγίζει μετά βίας το ήμισυ της κυβερνητικής (21%), αλλά -το κυριότερο- δυσαρεστημένοι παραμένουν και οι περισσότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους της (53%). Μόνον ο 1 στους 3 ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ (32%) δηλώνουν ικανοποιημένοι με την αντιπολίτευση που ασκεί μετεκλογικά το κόμμα τους. Ωστόσο, αυτή η δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται και σε αποδοκιμασία της σημερινής ηγεσίας. Αντιθέτως, το 91% των ψηφοφόρων του κόμματος διατηρεί θετική γνώμη για τον Γ. Παπανδρέου, και το 73% τον θεωρεί καλύτερο πρωθυπουργό από τον Κ. Καραμανλή.

Μπροστά στις ευρωεκλογές

Οι τάσεις του εκλογικού σώματος, σαράντα πέντε ημέρες πριν από τις επερχόμενες ευρωεκλογές της 13ης Ιουνίου, όπως είναι απολύτως αναμενόμενο, δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί ακόμη. Αν και η τάση αποχής (με βάση το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι «σίγουρα, ή μάλλον δεν θα πάνε να ψηφίσουν») παραμένει σχετικά μικρή (7%), το ενδιαφέρον για τις ευρωεκλογές παραμένει εξαιρετικά χαμηλό (42%, έναντι 54% που «δεν ενδιαφέρεται») και το ποσοστό των αναποφασίστων καταγράφεται στην (τηλεφωνική) μέτρηση της πρόθεσης ψήφου, σε επίπεδα της τάξης του 25% (Ο 1 στους 4 εκλογείς). Για τον λόγο αυτό, αν και η πρόθεση ψήφου μετρήθηκε στην έρευνα, ως εξαιρετικά ρευστή και επισφαλής, κρίθηκε ορθότερο να μην δοθεί στη δημοσιότητα.

Ωστόσο, τόσο από την πρόθεση ψήφου, όσο και από τους υπόλοιπους δείκτες του Βαρόμετρου, που δίδονται στη δημοσιότητα, προκύπτει, ότι αυτήν τη στιγμή (δηλαδή κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας), περισσότερο πιθανό ενδεχόμενο είναι η επιδείνωση του κομματικού συσχετισμού εις βάρος του ΠΑΣΟΚ και όχι η βελτίωση υπέρ του. Το συμπέρασμα αυτό υποστηρίζεται από τα ακόλουθα ευρήματα: α) Η συσπείρωση του ΠΑΣΟΚ υπολείπεται της αντίστοιχης της Ν.Δ. Ενώ το 76% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του Μαρτίου δηλώνει ότι «θα ξαναψηφίσει το ίδιο κόμμα» και στις ευρωεκλογές, το 12% (1 στους 8), δηλώνει ότι «θα ψηφίσει διαφορετικό κόμμα». Τα αντίστοιχα ποσοστά μεταξύ των ψηφοφόρων της Ν.Δ. είναι 83% και 7%. β) Οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ καταγράφουν χαμηλότερο ενδιαφέρον για τις ευρωεκλογές, από ό,τι οι ψηφοφόροι της Ν.Δ. (Στο ΠΑΣΟΚ ενδιαφέρεται για τις ευρωεκλογές μόνον το 41%, έναντι 46% στη Ν.Δ.). γ) Η παράσταση νίκης στις ευρωεκλογές καταγράφεται υπέρ της Ν.Δ. σε ποσοστό 68%, έναντι μόλις 11% υπέρ του ΠΑΣΟΚ. Είναι χαρακτηριστικό δε, ότι μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ το 49% (1 στους 2) εκτιμά ότι τις εκλογές θα κερδίσει η Ν.Δ.

Η επίδραση του Κυπριακού

Η σχετική πλειοψηφία της ελληνικής κοινής γνώμης εκφράζει ικανοποίηση για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Κύπρο (44%, έναντι 36% που δηλώνει δυσαρέσκεια). Περισσότερο ικανοποιημένοι είναι οι ψηφοφόροι των μικρότερων κομμάτων (του ΚΚΕ 67%, του ΣΥΝ 61%, του ΛΑΟΣ 86% και του ΔΗΚΚΙ 53%), καθώς και της Ν.Δ. (48%, έναντι 31%), ενώ περισσότερο δυσαρεστημένοι οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ (53%), που διαφοροποιούνται και ώς ένα βαθμό απομονώνονται, ως προς αυτό το ζήτημα, από ολόκληρο το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα. Ωστόσο, σε αντίθεση με την επίσημη τοποθέτηση του κόμματος, το 1/3 της εκλογικής του βάσης (34%) δηλώνει «ικανοποίηση» από την απόρριψη του Σχεδίου Αναν. Σε γενικές γραμμές, 2 στους 3 ερωτηθέντες (65%) πιστεύουν ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση θα ενισχύσει («πολύ, ή «αρκετά») τη θέση των Ελληνοκυπρίων στο Κυπριακό, αν και, ταυτοχρόνως, διακατέχονται από «απαισιοδοξία», ως προς την πιθανότητα εξεύρεσης λύσης στα επόμενα ένα δύο χρόνια. Το ενδεχόμενο αυτό κρίνεται πιθανό μόνον από το 31% των ερωτηθέντων (έναντι 61%), με περισσότερο απαισιόδοξους τους ψηφοφόρους της Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ. Αξίζει να σημειωθεί τέλος, ότι η ελλαδική κοινή γνώμη, μπροστά στη διλημματική ερώτηση σχετικά με την προοπτική επίλυσης του κυπριακού προβλήματος (ομοσπονδία ή διχοτόμηση) φαίνεται να διχάζεται: το 51% φαίνεται να προτιμάει μια λύση «συμβίωσης», «όπου ο δύο κοινότητες, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, θα ζουν μαζί» σε ένα κράτος (ομοσπονδία), ενώ το 37% (σχεδόν 4 στους 10), μια λύση «όπου οι δύο κοινότητες θα ζουν χωριστά, σε δύο ανεξάρτητα κράτη» (διχοτόμηση). Ως προς αυτό το ερώτημα, η παραταξιακή διαίρεση (η αυτοτοποθέτηση στον άξονα Αριστερά/Δεξιά), καθώς και η ηλικία, φαίνεται να επηρεάζουν σημαντικά τις απαντήσεις των ερωτωμένων. Κατά κανόνα, οι ψηφοφόροι της Αριστεράς (ΚΚΕ, ΣΥΝ, ΔΗΚΚΙ), και οι περισσότερο ηλικιωμένοι πολίτες (άνω των 45 ετών) τάσσονται υπέρ της προοπτικής επανένωσης, ενώ οι ψηφοφόροι των δύο μεγάλων κομμάτων (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ) και του ΛΑΟΣ, καθώς και οι νεαρότεροι σε ηλικία (κάτω των 45, ιδίως η ηλικιακή ομάδα 18-24), όπως ακριβώς συμβαίνει και στην Κύπρο, τάσσονται πλειοψηφικά υπέρ μιας λύσης διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων).

(1) Ο Γιάννης Μαυρής είναι πολιτικός επιστήμονας Ph.D και διευθύνων σύμβουλος του Ινστιτούτου Δημοσκοπήσεων VPRC.