ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στο ανοιχτό πέλαγος βγήκε η κυβέρνηση

Μοιάζει παράδοξο, αλλά δεν είναι. Η καταγραφόμενη απ’ όλες τις δημοσκοπήσεις δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης για την κυβερνητική πρακτική δεν φαίνεται να επηρεάζει σοβαρά τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Ο λόγος που δεν παράγει πολιτικό αποτέλεσμα είναι το γεγονός ότι η αξιωματική αντιπολίτευση, αντί να κερδίζει έδαφος, χάνει. Το αποτέλεσμα είναι ότι ενάμιση χρόνο μετά τις εκλογές, η Ν.Δ., παρά την φθορά της, διατηρεί ένα καθαρό προβάδισμα έναντι του ΠΑΣΟΚ, που η VPRC προσδιορίζει στις τέσσερις μονάδες (42,5% έναντι 38,5%).

Αν και οι δείκτες που αφορούν την δημόσια εικόνα του Κ. Καραμανλή (δημοτικότητα και καταλληλότητα για πρωθυπουργός) παρουσιάζουν μία αισθητή κάμψη σε σύγκριση με την περασμένη άνοιξη, η πολιτική κυριαρχία του παραμένει ουσιαστικά αλώβητη. Και αυτό, γιατί ευνοείται καταφανώς από την σύγκριση με τον Γ. Παπανδρέου. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει ακόμα να προβάλει για τον εαυτό του και το κόμμα του την εικόνα της αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα με την πάροδο του χρόνου να εντείνεται η εσωκομματική αμφισβήτηση, έστω και αν προς το παρόν ακολουθεί υπόγειες διαδρομές.

Οι «πράσινες» αμαρτίες

Στην πραγματικότητα, διανύουμε μία περίοδο ασταθούς πολιτικής ισορροπίας. Το κυβερνών κόμμα έχει αρχίσει να φθείρεται σε σημαντικό βαθμό, αλλά διασώζεται από το ότι οι «πράσινες» «αμαρτίες» είναι αρκετά νωπές. Ο Κ. Καραμανλής και οι υπουργοί του δεν χάνουν ευκαιρία να αποδίδουν τις δυσάρεστες αποφάσεις τους στην αρνητική κληρονομιά, που παρέλαβαν. Οσο και αν αυτή η ρητορική τους βρίσκει απήχηση στην κοινή γνώμη, δεν θα μπορεί για πολύ ακόμα να καλύπτει τις δικές τους ανεπάρκειες.

Ο ωφέλιμος πολιτικός χρόνος για τους «γαλάζιους» είναι μέχρι το επόμενο καλοκαίρι. Από το έργο που θα παράξουν αυτό το διάστημα, θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό προς ποια κατεύθυνση θα αρχίσει να γέρνει η ζυγαριά. Και αυτό θα φανεί και στις τοπικές εκλογές του Οκτωβρίου 2006. Η συνάρτηση των πολιτικών εξελίξεων θα επηρεασθεί, βεβαίως, και από την «πράσινη» μεταβλητή, αλλά οπωσδήποτε το καθοριστικό μέτωπο είναι η αναμέτρηση της κυβέρνησης με τα πραγματικά προβλήματα του τόπου. Παρόλα αυτά, όσο το ΠΑΣΟΚ δεν ανακάμπτει και δεν αρχίζει να ανακτά τη χαμένη πολιτική του αξιοπιστία, θα διευκολύνει εξ αντιδιαστολής τους αντιπάλους του.

Προφανώς, αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται για πάρα πολύ, αλλά μπορεί κάλλιστα να εξασφαλίσει στη Ν.Δ. μία δεύτερη τετραετία. Η αμιγώς αρνητική ψήφος είναι ένας παράγοντας, που ενεργοποιείται μόνο όταν έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια. Και αυτό συνήθως παίρνει περισσότερο χρόνο από μία τετραετία. Εκτός και αν η σημερινή κυβέρνηση ακολουθήσει τα χνάρια της κυβέρνησης Μητσοτάκη και με τις πράξεις της σπαταλήσει το πολιτικό απόθεμα, με το οποίο την πίστωσε ο λαός τον Μάρτιο 2004. Αυτό θα συμβεί εάν προκαλέσει βάναυσα το λαϊκό αίσθημα, δημιουργώντας συνθήκες γενικής κοινωνικής ανασφάλειας.

Αλλαξε γραμμή πλεύσης

Προς το παρόν, το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Κ. Καραμανλής έχει αλλάξει γραμμή πλεύσης. Εχει πάψει να πλέει δίπλα στην ακτή και έχει ανοιχθεί για τα καλά στο πέλαγος. Η αρχική προσπάθειά του να ισορροπήσει στην γραμμή της «ήπιας προσαρμογής» στην πράξη εκφυλίσθηκε σ’ έναν αδέξιο κι αναποτελεσματικό βηματισμό, που προκάλεσε πρόωρη πολιτική φθορά. Ηταν ακριβώς η συνειδητοποίηση ότι διολισθαίνει στο πολιτικό τέλμα, που τον ώθησε να κάνει στροφή και να πραγματοποιήσει μέσα στο καλοκαίρι το πρώτο κύμα των λεγόμενων διαρθρωτικών αλλαγών.

Οι μάλλον υποτονικές κοινωνικές αντιδράσεις, η παρατεινόμενη αναξιοπιστία του ΠΑΣΟΚ και τα εν μέρει ενθαρρυντικά αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων για τη στάση της κοινής γνώμης έναντι των επιμέρους διαρθρωτικών αλλαγών, έπεισαν τον Κ. Καραμανλή ότι η φυγή προς τα εμπρός δεν είναι τόσο επικίνδυνη. Εξ ου και στην Θεσσαλονίκη έκανε επίδειξη αποφασιστικότητας και ισχύος, εξαγγέλλοντας ένα δεύτερο κύμα και αποκλείοντας την παροχή επιδόματος για το πετρέλαιο θέρμανσης.

Αίσθηση ασφάλειας

Αυτό που προβάλλει είναι η εικόνα ενός πρωθυπουργού, που ξέρει τι θέλει και το προωθεί χωρίς ταλαντεύσεις όχι για ιδεολογικούς λόγους, αλλά επειδή δεν υπάρχει άλλη λύση. Η τακτική αυτή συνήθως αποδίδει, γιατί δημιουργεί στην κοινή γνώμη μία αίσθηση ασφάλειας και ελπίδας. Δεν είναι λίγες οι φορές, όμως, που μετατρέπεται σε μπούμερανγκ. Η επιβολή των διαρθρωτικών αλλαγών δεν ισοδυναμεί υποχρεωτικά και πάντα με πραγματική νίκη. Σ’ αυτόν τον στίβο, άλλωστε, πολλές νίκες αποδεικνύονται τελικώς πύρρειες, γιατί ο πολιτικός λογαριασμός στέλνεται στις κάλπες.

Αυτό είναι που κυρίως φοβάται ο Μ. Εβερτ, όταν δηλώνει ότι «υπάρχει οπωσδήποτε μια δυσφορία, την οποία βέβαια δεν είναι ανάγκη να μας την πουν οι δημοσκοπήσεις. Ενας πολιτικός οφείλει να τη βλέπει και τη βλέπουμε». Και πράγματι την βλέπουν και πολλά κυβερνητικά στελέχη. Δεν είναι τυχαίο ότι ανακοινώθηκαν αυτές τις ημέρες οι παροχές προς τους πολυτέκνους. Είναι μία προσπάθεια να διασκεδασθεί η εντύπωση, που προσπαθεί να καλλιεργήσει το ΠΑΣΟΚ περί «ανάλγητης κυβέρνησης».

Η κρίσιμη παράμετρος, πάντως, είναι ο τρόπος, με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται το διακύβευμα. Και αυτή η μάχη ακόμα δεν έχει κριθεί. Θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τη συνέχεια της κυβερνητικής πολιτικής. Η περίπτωση της Ολυμπιακής είναι ένα μόνο από τα προβλήματα, που ο Κ. Καραμανλής και οι υπουργοί του καλούνται να επιλύσουν, χωρίς να προκαλέσουν δυσλειτουργίες στον εθνικό μας βίο.

Χωρίς εναλλακτική λύση

Οι πολίτες δεν πείθονται από τις πρωθυπουργικές υποσχέσεις ότι οι τωρινές θυσίες θα ανοίξουν τον δρόμο για τη μελλοντική ευημερία. Νιώθουν, όμως, ότι προς το παρόν τουλάχιστον δεν έχουν εναλλακτική λύση. Στην πλειοψηφία τους εκφράζουν γενικά την δυσαρέσκειά τους, αλλά δεν έχουν υπερβεί τα όρια ανοχής. Δεν φαίνεται, όμως, να απέχουν και πολύ απ’ αυτό το κρίσιμο σημείο. Το εάν και πότε θα περάσουν αυτό το πολιτικό κατώφλι θα εξαρτηθεί -όπως έχουμε ήδη αναφέρει- από το εάν η κυβέρνηση θα τα καταφέρει πρωτίστως στην οικονομία.

Στη Χαριλάου Τρικούπη εκτιμούν ότι αυτός ο τομέας θα αποδειχθεί μεσοπρόθεσμα σε αχίλλειο πτέρνα της κυβέρνησης και ως εκ τούτου ελπίζουν ότι θα προκύψουν καταλυτικές επιπτώσεις και στις εκλογικές προτιμήσεις των πολιτών. Οι ίδιοι, πάντως, δεν φαίνονται προς το παρόν ικανοί να εισπράξουν από την πολιτική φθορά των «γαλάζιων». Η κοινή γνώμη δεν είναι δυσαρεστημένη τόσο από τον τρόπο που το ΠΑΣΟΚ ασκεί τον αντιπολιτευτικό του ρόλο. Δεν το εμπιστεύεται, λόγω της φθοράς που συσσώρευσε η μακρόχρονη παραμονή του στην εξουσία.

Το γεγονός ότι ο Γ. Παπανδρέου δεν πήρε επαρκείς αποστάσεις από την περίοδο Σημίτη τον φέρνει πολύ συχνά στη δυσάρεστη θέση να απολογείται. Τα πράγματα θα ήταν καλύτερα γι’ αυτόν εάν είχε εξ αρχής κλείσει αυτό το ζήτημα και είχε γυρίσει οριστικά σελίδα. Δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται συνεχώς σε μάχες οπισθοφυλακών για το παρελθόν.

Ηγετικό έλλειμμα

Με τη μεσοβέζικη στάση του, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έχει καταφέρει να αμφισβητείται εσωκομματικά από πολλές πλευρές και συχνά με αντιφατικά επιχειρήματα. Σ’ αυτό που φαίνεται να συγκλίνουν όλοι, ακόμα και πιστοί υποστηρικτές του, είναι ότι παρουσιάζει εμφανές ηγετικό έλλειμμα. Το εσωκομματικό τοπίο, πάντως, θα αρχίσει να καθαρίζει την επόμενη χρονιά. Εάν μέχρι τότε ο Γ. Παπανδρέου δεν έχει πείσει ότι μπορεί να κερδίσει τις εκλογές, το κλίμα θα βαρύνει.

Απέναντί του δεν έχει μόνο την εσωκομματική αμφισβήτηση. Στο παιχνίδι έχουν ήδη μπει και οι εξωθεσμικοί παράγοντες της παράταξης. Από τις αρχές του 2006 είναι πολύ πιθανόν να κυκλοφορήσουν δημοσκοπήσεις, οι οποίες θα καταγράφουν απογοητευτικά ποσοστά για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και για τις εκλογικές προοπτικές του. Και αυτό θα είναι εκ των πραγμάτων το έναυσμα για την εκδήλωση και των όποιων διεργασιών στο «πράσινο» στρατόπεδο. Και μάλιστα με τρόπο πιο άμεσο και οξύ.