ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενημέρωση των αρχών για ύποπτες συναλλαγές

Προς την ευθυγράμμισή της με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος κινείται η Ελλάδα, έστω και με διετή καθυστέρηση και κατόπιν παραπομπής της για το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Το ζήτημα αφορά τη λεγόμενη δεύτερη οδηγία περί «νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες», η οποία επιβάλλει σε μια σειρά οικονομικών και εμπορικών δραστηριοτήτων συγκεκριμένες πρακτικές που αποσκοπούν στον εντοπισμό κάθε απόπειρας «ξεπλύματος» μαύρου χρήματος. Πρόκειται για νομοθεσία που αρχικά είχε σαν αποκλειστικό στόχο τις συναλλαγές μεταξύ εμπόρων ναρκωτικών και τραπεζών, όμως ήδη πριν από την 11η Σεπτεμβρίου αποφασίσθηκε να επεκταθεί για να καλύψει και την τρομοκρατία και, πέραν αυτής, περίπου κάθε παράνομη δραστηριότητα.

Παραπομπή

Αυτή η δεύτερη οδηγία, η 2001/97, η οποία είχε δρομολογηθεί από το 2000, εγκρίθηκε λοιπόν από τις κυβερνήσεις μόλις ένα μήνα μετά το έγκλημα της Νέας Υόρκης, τον Οκτώβριο του 2001 και με βάση την ίδια απόφαση έπρεπε να έχει τεθεί σε ισχύ πανευρωπαϊκά από τον Ιούνιο του 2003.

Πλην όμως στην Ελλάδα (αλλά και τη Γαλλία) αυτό δεν συνέβη, καθώς ουδέποτε ψηφίσθηκαν από τη Βουλή τα απαραίτητα νομοθετικά εργαλεία. Ετσι, προ ολίγων ημερών, δύο και πλέον χρόνια μετά την εκπνοή της προθεσμίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θεσμικά επιφορτισμένη με την επιτήρηση της εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, επανήλθε και έχοντας εξαντλήσει κάθε περιθώριο συνεννόησης με την Αθήνα, παρέπεμψε τη χώρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Οπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, «η Ελλάδα έχει επιφέρει επανειλημμένες αλλαγές στο χρονοδιάγραμμα εφαρμογής της οδηγίας και η τελική ημερομηνία έγκρισης όλων των μέτρων εφαρμογής παραμένει αβέβαιη».

Ενημέρωση των αρχών

Τι προβλέπει όμως αυτή η οδηγία; Βάση της είναι η υποχρέωση δημιουργίας πελατολογίου και λεπτομερούς αρχείου συναλλαγών από σωρεία επιχειρήσεων και επαγγελματιών, με ταυτόχρονη υποχρέωση ενημέρωσης των αρμόδιων αρχών για κάθε ύποπτη συναλλαγή, κάτι που, σημειώνεται, είχε εγείρει έντονες αντιδράσεις πανευρωπαϊκά στον δικηγορικό κόσμο.

Αρχικά, η υποχρέωση αυτή αφορούσε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όμως με αυτή τη δεύτερη οδηγία, επεκτείνεται για να περιλάβει περίπου κάθε επάγγελμα ή είδος δραστηριότητας που είναι ευάλωτο σε… αξιοποίηση με σκοπό το ξέπλυμα. Ετσι, περιλαμβάνονται πλέον οι εξωτερικοί λογιστές και φοροτεχνικοί, οι κτηματομεσίτες, συμβολαιογράφοι και δικηγόροι, αλλά και οι εμπορευόμενοι πολύτιμους λίθους και μέταλλα, τα δημοπρατήρια, οι εταιρείες χρηματαποστολών και τα καζίνα.

Ειδικά για τα δημοπρατήρια, θα πρέπει να σημειωθεί, η υποχρέωση καταγγελίας του πελάτη προβλέπεται μόνο για περιπτώσεις συναλλαγών σε ρευστό αξίας άνω των 15.000 ευρώ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι διατηρούνται ορισμένες πρόνοιες για τη διασφάλιση του επαγγελματικού απορρήτου σε περιπτώσεις όπως δικηγόροι, ελεγκτές, εξωτερικοί λογιστές και φοροτεχνικοί, με κυριότερη την υποχρέωση αναφοράς στον αντίστοιχο επαγγελματικό σύλλογο και όχι απευθείας στο κράτος. Η δε καταγγελία καθίσταται υποχρεωτική κυρίως σε περιπτώσεις στις οποίες είναι εμφανές ότι οι υπηρεσίες των συγκεκριμένων επαγγελματιών ζητούνται ακριβώς με σκοπό το ξέπλυμα μαύρου χρήματος.