ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ασφαλιστικό: Ωρα ευθύνης για όλους

Ωρες ευθύνης για την κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και τους κοινωνικούς εταίρους. Την Πέμπτη πραγματοποιείται η συνεδρίαση των δύο Επιτροπών της Βουλής (Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων) με θέμα συζήτησης το μείζον πρόβλημα του ασφαλιστικού. Είναι η πρώτη φορά στην πρόσφατη κοινοβουλευτική ιστορία του τόπου που μια συζήτηση για το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας και προπαντός της ελληνικής κοινωνίας δεν θα ξεκινήσει από ένα νομοθέτημα που έχει συντάξει η κυβέρνηση ή από μια επερώτηση που θα έχει καταθέσει η αντιπολίτευση. Θα πρόκειται για μια ανοιχτή, ειλικρινή και υπεύθυνη συζήτηση που στόχο θα έχει να συμφωνήσουν τα πολιτικά κόμματα ή τουλάχιστον τα δύο κόμματα εξουσίας για το μέγεθος του προβλήματος, για τις βασικές του παραμέτρους, για τη διακομματική τεχνοκρατική επιτροπή που θα χειριστεί τη διενέργεια επικαιροποιημένης αναλογιστικής μελέτης κ.λπ.

Οπως λέγει ο υπουργός Εργασίας κ. Σάββας Τσιτουρίδης, που μαζί με τον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γ. Αλογοσκούφη θα επωμισθούν την ευθύνη για την οικοδόμηση του πολιτικού διαλόγου: «H κυβέρνηση δεσμεύεται ότι δεν θα προχωρήσει σε ασφαλιστική μεταρρύθμιση αυτή την τετραετία. Γι’ αυτό και καλεί όλα τα κόμματα και τους κοινωνικούς εταίρους να συμφωνήσουμε πρώτα απ’ όλα στο μέγεθος του προβλήματος. Και στη συνέχεια να επιχειρήσουμε να συμφωνήσουμε με ποια μέτρα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Αν υπάρξει συμφωνία, τουλάχιστον η επόμενη κυβέρνηση, όποια και αν είναι αυτή, δεν θα χρειασθεί να χάσει ούτε μια μέρα για την επίλυση του προβλήματος. Και αυτό θα είναι όφελος για τη χώρα και τους εργαζομένους της».

Ακριβής διάγνωση

Είναι λοιπόν εκ των πραγμάτων μια ιστορική στιγμή η πρώτη πολιτική συζήτηση για το ασφαλιστικό. Ιστορική υπό την έννοια ότι θα αναδείξει την αίσθηση καθήκοντος και ευθύνης του πολιτικού κόσμου, ο οποίος δεν δικαιούται να αρνηθεί τη συζήτηση για ένα πρόβλημα, η λύση του οποίου αφορά όχι μόνο τη σημερινή αλλά και τις επόμενες γενεές των εργαζομένων. Βεβαίως στο ΠΑΣΟΚ ορισμένοι προτείνουν αποχή από τον διάλογο, και η άρνηση βρίσκει ανταπόκριση και στη ΓΣΕΕ με το επιχείρημα ότι αφού η κυβέρνηση δεν καταθέτει εξ αρχής τη δική της πρόταση για λύση στο ασφαλιστικό, ο διάλογος είναι προσχηματικός και αποβλέπει στην παγίδευση του ΠΑΣΟΚ, της ΓΣΕΕ κ.λπ.

Ολες αυτές όμως οι επιφυλάξεις που τελικά εκπορεύονται από έλλειψη πολιτικού θάρρους ή μάλλον από τη λαϊκίστικη νοοτροπία να ψαρεύεις στα θολά νερά χωρίς να λες τη δική σου γνώμη, προφανώς και δεν έχουν βάση. Γιατί για να προτείνει λύση ή μάλλον θεραπεία σε μια δομική νόσο η κυβέρνηση ή οποιοδήποτε κόμμα, πρέπει πρώτα να έχει γίνει η ακριβής διάγνωση. Και αυτό θα είναι το αντικείμενο του διαλόγου της Πέμπτης. Να συμφωνήσουν δηλαδή πρώτα κυβέρνηση και κόμματα για το μέγεθος του προβλήματος και να συμφωνήσουν επίσης τη δημιουργία μόνιμης διακομματικής επιτροπής (από την κυβέρνηση πληροφορούμεθα ότι θα προταθεί ως επικεφαλής ο πρόεδρος της OKE κ. N. Αναλυτής και μέλη ο κ. Πλ. Τήνιος, ο κ. Γ. Οικονόμου κ.λπ.) με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων. Ετσι θα διασφαλιστεί η διαφάνεια, η αντικειμενικότητα, ο έλεγχος, ο διαρκής κοινωνικός διάλογος και η αποτύπωση του πραγματικού και αξιόπιστου αναλογιστικού ελλείμματος.

Ισως να προβληθεί η ένσταση ότι το πρόβλημα είναι γνωστό στις γενικές του γραμμές και η κυβέρνηση διά του διαλόγου θα επιχειρήσει να αλιεύσει θέσεις και προτάσεις από τα άλλα κόμματα προκειμένου να περάσει τελικά τη δική της γραμμή. H αλήθεια είναι ότι υπάρχουν παλαιότερες μελέτες, ενίοτε και αναλογιστικές -με τελευταία εκείνη του ΟΑΣΑ- που μιλούν για εφιαλτικά νούμερα. Μερικά από αυτά τα ανέφερε και ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Νικ. Γκαργκάνας.

Συγκεκριμένα, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Νικ. Γκαργκάνας παρουσιάζοντας στις 27 Απριλίου την έκθεσή του για την ελληνική οικονομία στην οποία επαναλαμβάνει για πολλοστή φορά την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης του ασφαλιστικού ρωτήθηκε από συνάδελφο: «Πότε είναι το τελευταίο στάδιο που πρέπει μια κυβέρνηση να πάρει μέτρα; Το 2008 ή νωρίτερα;» και απάντησε με έμφαση: «Θα έλεγα πριν από δέκα χρόνια».

Και όπως η τελευταία δεκαετία είναι η μοιραία περίοδος των χαμένων ευκαιριών για την αντιμετώπιση του μείζονος προβλήματος της ελληνικής οικονομίας, του ασφαλιστικού. Ενός προβλήματος που η απειλητική του διάσταση εκφράζεται με το εντυπωσιακό ποσό των 400 δισ. ευρώ, στο οποίο ανέρχεται -με βάση τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ- το αναλογιστικό έλλειμμα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Πρόκειται δηλαδή για ένα ποσό εφιαλτικό, αφού φθάνει το 200% του ΑΕΠ έναντι 107% που είναι το δημόσιο χρέος, για το οποίο όμως γίνεται τόσος θόρυβος, και δικαιολογημένα, αφού για τους τόκους και τα χρεωλύσιά του θυσιάζεται και η τελευταία ικμάδα του προϋπολογισμού. Λίγοι όμως μιλούν για την ωρολογιακή βόμβα του ασφαλιστικού ελλείμματος, που όταν πυροδοτηθεί θα κατεδαφίσει κυριολεκτικά την ελληνική κοινωνία, αφού δεν θα υπάρχουν πόροι για να καταβληθούν οι συντάξεις στα εκατομμύρια των ηλικιωμένων. Να σημειώσουμε εδώ ότι ενώ το 2005 το ποσοστό των εξαρτημένων από τις συντάξεις ηλικιωμένων βρισκόταν κοντά στο 30%, το 2050 θα αυξηθεί στο 53%. Δηλαδή ο ένας στους δύο θα ζει από τον κόπο του άλλου. Τι μέλλον, όμως, μπορεί να έχει με τις συνθήκες αυτές η ελληνική κοινωνία;

Και επειδή τα νούμερα είναι καταλυτικά όχι μόνο για το μέλλον και τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας αλλά και για την βιωσιμότητα της οικονομίας μας, να σημειώσουμε ότι σήμερα καταβάλλεται για συντάξεις το 12,5% του ΑΕΠ και το ποσοστό αυτό θα εκτοξευθεί στο 25% του ΑΕΠ το 2050. Τα δημόσια οικονομικά λοιπόν θα γονατίσουν αφού το σύνολο των εσόδων του προϋπολογισμού θα πηγαίνει για συντάξεις και δεν θα μένει ένα ευρώ κυριολεκτικά για να λειτουργήσει η κρατική μηχανή, να καλυφθούν οι ανάγκες για παιδεία – υγεία ή για επενδύσεις ανάπτυξης!

Και όμως, αν όπως σωστά είπε ο κ. Γκαργκάνας, το ασφαλιστικό είχε αρχίσει σταδιακά να αντιμετωπίζεται την τελευταία δεκαετία, η ωρολογιακή βόμβα θα είχε απασφαλισθεί και η οικονομία δεν θα κινδύνευε με άμεση κατάρρευση. Πράγματι, το ασφαλιστικό επιδεινώθηκε από την ανευθυνότητα του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του ’80, όταν τα ταμεία υπονομεύθηκαν από τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και τη δυσανάλογη αύξηση των συντάξεων σε σχέση με τους εν ενεργεία μισθούς. Το 1993 με τους νόμους Σουφλιά και Σιούφα -όπως αναγνώριζαν στη συνέχεια οι κ. Παπαντωνίου και Χριστοδουλάκης- πήραν μια ανάσα τα Ταμεία και η ημέρα κρίσης, που ερχόταν το 2010, αναβλήθηκε για το 2025 και μετά. Το 2002 ο τότε υπουργός κ. Αν. Γιαννίτσης επιχείρησε μια αναμόρφωση του ασφαλιστικού που τεχνοκρατικά μεν ήταν σωστή, αλλά χωρίς την αναζήτηση κοινωνικής συναίνεσης ήταν φυσικό να προκαλέσει την εξέγερση των συνδικάτων και να αποσυρθεί αμέσως από τον έντρομο κ. Κων. Σημίτη.

Η τελευταία ευκαιρία

Τώρα, λοιπόν, η κυβέρνηση, αλλά και το ΠΑΣΟΚ, έχουν την τελευταία ευκαιρία να αποβούν χρήσιμοι για την ελληνική κοινωνία εφόσον συμφωνήσουν να δημιουργήσουν ένα ασφαλιστικό σύστημα που θα στηρίζεται σε υγιείς, βιώσιμες, δίκαιες και μακροπρόθεσμες βάσεις. Και υπάρχουν όντως όλες οι δυνατότητες για μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση που θα πρέπει, όπως τονίζει ο κ. Τσιτουρίδης, να γίνει σταδιακά και με ήπιο τρόπο.

Πράγματι -και προς τιμήν του- ο κ. Τσιτουρίδης παρ’ ότι έχει να χειριστεί ίσως το πιο κρίσιμο και επείγον πρόβλημα αντιστέκεται αποφασιστικά στην καλλιέργεια ενός κλίματος φοβίας και τρόμου. Οπως δηλώνει στην «Καθημερινή», «Εγώ δεν δέχομαι τους χαρακτηρισμούς για ωρολογιακή βόμβα που εκρήγνυται από στιγμή σε στιγμή ούτε αισθάνομαι ότι έχω στα χέρια μου μια καυτή πατάτα που πρέπει να τη μεταφέρω στον διάδοχό μου στο υπουργείο Εργασίας. Πιστεύω ότι σαν κυβέρνηση έχουμε μπροστά μας ένα δύσκολο, κρίσιμο, διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, το οποίο όμως κατά βάση είναι πολιτικό και μπορούμε να το λύσουμε με ήπιες και σταθερές ρυθμίσεις που θα στηρίζονται σε ευρείες πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες.

»Εμείς, τονίζει ο κ. Τσιτουρίδης, είμαστε εδώ σαν κυβέρνηση αλλά και σαν αντιπολίτευση με την εντολή του λαού να πάρουμε αποφάσεις που θα διασφαλίζουν για το μέλλον την απρόσκοπτη καταβολή αξιοπρεπών συντάξεων σε όσους τις δικαιούνται. Τα λάθη του παρελθόντος δημιούργησαν την απειλή του ασφαλιστικού. Αυτή τη νέα απειλή οφείλουμε να την εξαλείψουμε με τις αποφάσεις μας. Οφείλουμε να αναλάβουμε όλοι μας τις εθνικές μας ευθύνες και να δρομολογήσουμε ήπιες, σταδιακές, αποτελεσματικές και κοινωνικά δίκαιες αλλαγές ώστε να κατοχυρώσουμε την ασφάλεια και το μέλλον όλων των Ελλήνων».