ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πικρές αλήθειες ενοχλούν τις ηγεσίες των κομμάτων

Την προπερασμένη εβδομάδα ήταν η δήλωση του Αλέκου Παπαδόπουλου για το ασφαλιστικό, που προκάλεσε εσωτερικές αντιπαραθέσεις στο ΠΑΣΟΚ. Αυτήν την εβδομάδα πήρε σειρά ο Μανώλης Κεφαλογιάννης. Η πρωτοφανής εξομολόγησή του σ’ ένα εστιατόριο στη μακρινή Μέση Ανατολή έσκασε στο Μέγαρο Μαξίμου σαν πύραυλος μεγάλου βεληνεκούς.

Συνήθως τέτοιου είδους περιστατικά αναζωπυρώνουν τη φιλολογία για εσωκομματικές ίντριγκες. Στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις, όμως, επειδή δεν υπάρχει προϊστορία φραξιονιστικών τάσεων και αντιηγετικών διαθέσεων, δεν προέκυψαν τέτοιες βολές. Οπως όλοι όσοι κατά καιρούς ταράζουν τα λιμνάζοντα ύδατα, όμως, οι δύο κατηγορήθηκαν πως δημιουργούν πρόβλημα στην παράταξή τους, πως την ωθούν σε εσωστρέφεια, πως υπονομεύουν αντικειμενικά το αξιόμαχό της και κατ’ αυτόν τον τρόπο διευκολύνουν τον αντίπαλο.

Αυτού του είδους η αντιμετώπιση είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Και αυτό γιατί η μεγάλη πλειοψηφία των κομματικών στελεχών αντιλαμβάνεται την άσκηση της πολιτικής με όρους στρατού, ο οποίος ή αγωνίζεται να κρατήσει το οχυρό της εξουσίας ή επιχειρεί να το εκπορθήσει. Οι φορείς αυτής της αντίληψης δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ως βασικό κίνητρο πολιτικές απόψεις και πολιτικές αγωνίες.

Προφανώς, όρος ύπαρξης των κομμάτων είναι η τήρηση κάποιων κανόνων λειτουργίας. Οι βουλευτές και πολύ περισσότερο οι υπουργοί δεν είναι ελεύθεροι σκοπευτές. Από την άλλη πλευρά, όμως, η ανάγκη μιας συντεταγμένης πορείας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τον εξοστρακισμό της πολιτικής διεργασίας στο εσωτερικό των παρατάξεων. Οσο και αν αυτό βολεύει τους εκάστοτε αρχηγούς, έχει τα όριά του. Παρά τον εκφυλισμό που έχουν υποστεί, τα κόμματα είναι εθελοντικές ενώσεις πολιτών και όχι εταιρείες με ιδιοκτήτες, μάνατζερ και υπαλλήλους.

Η σχεδόν αυτονόητη δήλωση του Αλέκου Παπαδόπουλου ότι -με την εξαίρεση των ειδικών κατηγοριών- δεν πρέπει να δίνονται συντάξεις σε άτομα κάτω των 60 ετών προκάλεσε ένταση, επειδή ακριβώς στο ΠΑΣΟΚ υπάρχει προγραμματικό κενό. Ενα κενό που δεν αφορά μόνο το κρίσιμο ζήτημα του ασφαλιστικού, αλλά όλα σχεδόν τα μεγάλα θέματα.

Ο Γιώργος Παπανδρέου ανήλθε στον αρχηγικό θώκο με έναν αέρα νεωτεριστή. Στο κομματικό συνέδριο μάλιστα, πριν από έναν και πλέον χρόνο, είχε εκφωνήσει μία ομιλία, η οποία προδιέγραφε μιαν αξιοσημείωτη ιδεολογικοπολιτική τομή. Από τότε, όμως, δεν υπήρξε καμία συνέχεια. Αντιθέτως, όλα δείχνουν ότι έχει συνειδητά επιλέξει στα δύσκολα θέματα να ψαρεύει σε θολά νερά, αποφεύγοντας να αναλάβει πολιτικές δεσμεύσεις.

Πρόθεσή του είναι να εισπράξει τη λαϊκή δυσαρέσκεια που παράγει η κυβερνητική πολιτική, χωρίς ο ίδιος να δυσαρεστήσει κανέναν. Θεωρεί, μάλιστα, ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο, όταν θα έλθει στην εξουσία, θα έχει τα χέρια του ελεύθερα να εφαρμόσει όποια πολιτική θέλει. Η τακτική αυτή, όμως, δεν είναι τόσο βολική όσο δείχνει εκ πρώτης όψεως.

Η δυσκολία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να εισπράξει τη φθορά του κυβερνώντος κόμματος οφείλεται και στις «πράσινες αμαρτίες» της προηγούμενης περιόδου. Οφείλεται, όμως, κυρίως στο γεγονός ότι ο Γιώργος Παπανδρέου δεν εκπέμπει σαφές πολιτικό στίγμα. Σε ό,τι αφορά το πρώτο, είναι ενδεικτικό πως δεν έχει πάρει σαφώς αποστάσεις από τις αρνητικές πτυχές της σημιτικής διακυβέρνησης. Για την ακρίβεια, υπό την πίεση και της Ν.Δ., διολισθαίνει συχνότερα και περισσότερο από όσο του είναι αναγκαίο στον ρόλο του απολογητή.

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο, αντί να επιδοθεί σε μία προγραμματική αντιπολίτευση, επιδίδεται περισσότερο σε «αντιπολίτευση πινγκ πονγκ». Δηλαδή, έχει την τάση να παίρνει σχεδόν αυτομάτως την αντίθετη θέση από αυτήν της κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα είναι να υπονομεύει την ίδια την εμβέλεια της κριτικής του, η οποία θα ακουγόταν πολύ πιο αξιόπιστη εάν σε ορισμένα προφανή θέματα είχαν αποφύγει τις επικρίσεις.

Δεν έχει πείσει

Η όλη συμπεριφορά του Γιώργου Παπανδρέου δίνει την εντύπωση ενός μετέωρου βήματος. Τροφοδοτεί την εντύπωση ότι γενικά έχει καλές προθέσεις, αλλά όχι τις ικανότητες και τη δύναμη να κυβερνήσει. Με άλλα λόγια, δεν έχει πείσει την κοινωνία πως αποτελεί επαρκή εναλλακτική λύση. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι περίεργο που η αξιωματική αντιπολίτευση δυσκολεύεται να εισπράξει εκλογικά από τη φθορά της κυβέρνησης.

Είναι ευθύνη του που δεν έχει καταφέρει να επιβάλει έστω και εν μέρει τη δική της ατζέντα στην πολιτική σκηνή. Πώς να γίνει αυτό, όμως, όταν ουσιαστικά δεν υφίσταται ένα προγραμματικό πλαίσιο, μέσω του οποίου θα το επιδιώξει; Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι το ΠΑΣΟΚ να εισβάλλει στη δημοσιότητα όχι για τις προτάσεις και την κριτική του, αλλά επειδή τη μια δήλωσε κάτι ο Γιώργος Φλωρίδης, την άλλη ο Αλέκος Παπαδόπουλος και την τρίτη ο Θεόδωρος Πάγκαλος.

Τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα στην αντίπερα όχθη. Αν και ως κυβέρνηση οι «γαλάζιοι» είναι υποχρεωμένοι να πράττουν, όπου μπορούν υπεκφεύγουν. Στην περίπτωση του ασφαλιστικού π.χ. έχουν αποφύγει επιμελώς να καταθέσουν συγκεκριμένες προτάσεις εν όψει του κοινωνικού διαλόγου, που οι ίδιοι δρομολογούν. Με άλλα λόγια, ο καιροσκοπισμός και οι μικροπολιτικές τακτικές δεν είναι προνόμιο της μιας παράταξης.

Το καθεστώς διαπλοκής

Η εξομολόγηση, άλλωστε, του Μανώλη Κεφαλογιάννη περιέχει πολλές και πικρές αλήθειες. Και για την έκταση της διαπλοκής και για την αναδίπλωση της κυβέρνησης και βεβαίως για τα εκφυλιστικά φαινόμενα της «τηλεοπτικής δημοκρατίας» μας. Είναι αλήθεια ότι από έναν υπουργό η κοινή γνώμη περιμένει έμπρακτες πολιτικές παρεμβάσεις και όχι κραυγές αγανάκτησης, έστω και αν αυτές είναι χρωματισμένες με μία γερή δόση αυτοκριτικής.

Είναι, επίσης, αλήθεια, ότι τα όσα είπε θα αποκτούσαν πολύ μεγαλύτερη πολιτική εμβέλεια εάν ήταν η αιτιολόγηση της παραίτησής του. Τέλος, είναι αλήθεια ότι με την αποδοχή της διορθωτικής δήλωσης, που του επέβαλε το Μέγαρο Μαξίμου, μείωσε ηθικοπολιτικά τον εαυτό του και έχασε το δίκιο του.

Ολα αυτά, όμως, δεν αναιρούν την ουσία αυτών καθ’ αυτών των διαπιστώσεών του. Οχι μόνο όσων αφορούν γενικά το πολιτικό σύστημα, αλλά και όσων αφορούν ειδικά την κυβερνητική στάση. Είναι κοινό μυστικό ότι μετά το ναυάγιο της υπόθεσης του βασικού μετόχου, ο Κώστας Καραμανλής υπέστειλε τη σημαία του πολέμου εναντίον της διαπλοκής. Εξ ου και έχει διαμορφωθεί σιωπηρά ένα αμοιβαία επωφελές καθεστώς συνύπαρξης με αυτούς που ο ίδιος είχε αποκαλέσει «νταβατζήδες».

Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν, άλλωστε, ότι ορισμένοι συνεργάτες του εξ αρχής τον ωθούσαν προς αυτήν την κατεύθυνση, υποστηρίζοντας ότι έστω και ένας άτυπος συμβιβασμός με τα μεγάλα αφεντικά των Μέσων θα τον βοηθούσε αποτελεσματικά στην προσπάθειά του να παραμείνει στην εξουσία. Οπως και να έχουν τα πράγματα, πάντως, οι πολίτες έχουν βαρεθεί να ακούν τον πρωθυπουργό να επαναλαμβάνει έναν δριμύ πολιτικό λόγο, που δεν έχει -ακόμα τουλάχιστον- ορατό πρακτικό αντίκρισμα. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τον πόλεμο που έχει κηρύξει εναντίον της διαπλοκής και της διαφθοράς. Αφορά όλο σχεδόν το εύρος της κυβερνητικής δράσης.