ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Βαρύ το κλίμα στην αντιπολίτευση

Με το όπλο «παρά πόδα», εν όψει των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών του προσεχούς Οκτωβρίου, βρίσκονται πλέον οι εσωκομματικοί αντίπαλοι του κ. Γ. Παπανδρέου, καθώς το κλίμα στο ΠΑΣΟΚ έχει επιβαρυνθεί το τελευταίο διάστημα και η έντονη παρασκηνιακή κριτική για τις επιλογές και τη στρατηγική του προέδρου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης βρίσκονται και πάλι στην ημερήσια διάταξη.

Παρά το γεγονός ότι στο ΠΑΣΟΚ κυριαρχεί η εκτίμηση πως το «βάρος» τυχόν αντιπαράθεσης με τον κ. Γ. Παπανδρέου θα αναλάβει να σηκώσει κατά κύριο λόγο ο κ. Ευάγγ. Βενιζέλος ή οι κ. Α. Τσοχατζόπουλος και Γ. Παπαντωνίου οι οποίοι έχουν τεθεί από το Καστρί στο περιθώριο των εσωκομματικών εξελίξεων, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη: Σύμφωνα με πληροφορίες, μια σειρά από προβεβλημένα στελέχη, που σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους δεν κρύβουν τον προβληματισμό τους για την πορεία του ΠΑΣΟΚ, σχεδιάζουν, εάν το αποτέλεσμα της αναμέτρησης για την τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι θετικό, «παρεμβάσεις» για την ανάγκη αλλαγής πορείας του κόμματος.

Σιωπούν τα στελέχη

Στην επιλογή αυτή οδηγούνται επειδή δεν επιθυμούν να χρεωθούν -στο μερίδιο που τους αναλογεί- την ευθύνη για ενδεχόμενη νέα ήττα στις επόμενες εθνικές εκλογές, αλλά και από γνήσια αγωνία για την αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να αντιστρέψει το κλίμα. Είναι εξ άλλου ενδεικτικό ότι, παρά τη «σιγή» που τηρούν δημοσίως, προβληματισμένα φέρονται όχι μόνο στελέχη που ουδέποτε υπήρξαν «πραιτωριανοί» του κ. Γ. Παπανδρέου, όπως οι κ. Κ. Σκανδαλίδης, Βάσω Παπανδρέου, Χρ. Παπουτσής και Δ. Ρέππας, αλλά και ακραιφνείς υποστηρικτές του, μεταξύ των οποίων οι κ. Φ. Πετσάλνικος και Χ. Καστανίδης.

Ειδικότερα, πλέον, στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ αποτελεί κοινό τόπο, ότι ο κ. Γ. Παπανδρέου θα πρέπει να αντιμετωπίσει άμεσα τρία προβλήματα, τα οποία σχετίζονται με τον τρόπο διαχείρισης του κόμματος που έχει επιλέξει.

Ειδικότερα, στον κ. Γ. Παπανδρέου καταλογίζεται, πρώτον, ότι δεν έχει επιτύχει να εκπέμψει ένα σαφές μήνυμα προς την κοινωνία για τον κυβερνητικό προσανατολισμό του ΠΑΣΟΚ, εάν και όταν επικρατήσει στις εκλογές. Οπως λέγεται, ο κ. Γ. Παπανδρέου ταλαντεύεται διαρκώς μεταξύ μια ρητορικής περί τομών και μεταρρυθμίσεων και της διατύπωσης θέσεων για μείζονα προβλήματα, όπως το ασφαλιστικό, που παραπέμπουν ευθέως στο «παραδοσιακό» ΠΑΣΟΚ της προηγούμενης δεκαετίας. Μάλιστα, με αφορμή τον οξύτατο τρόπο αντίδρασης του κ. Γ. Παπανδρέου στο πρόσφατο τραγικό επεισόδιο στο Αιγαίο, στενοί συνεργάτες του διατυπώνουν την εκτίμηση ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προσχωρεί αποδεχόμενος εσφαλμένες εισηγήσεις σε παρωχημένες λογικές ακόμη σε προνομιακούς για τον ίδιο μέχρι πρότινος χώρους, όπως η εξωτερική πολιτική.

Εσφαλμένα κριτήρια

Επίσης, έντονη κριτική ασκείται στον κ. Γ. Παπανδρέου για το γεγονός ότι παρά τη λειτουργία πολυδαίδαλων οργάνων, λαμβάνει όλες τις κρίσιμες αποφάσεις μόνος του, συχνά με αμιγώς επικοινωνιακά κριτήρια, τα οποία όμως αποδεικνύονται τελικά εσφαλμένα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται η υποψηφιότητα της μουσουλμάνας κ. Γκιουλ Καραχασάν για την υπερνομαρχία Δράμας-Καβάλας-Ξάνθης. Οπως λέγεται η παρουσίαση της συγκεκριμένης υποψηφιότητας δεν είχε «προετοιμαστεί» επαρκώς, με αποτέλεσμα η θετική δημοσιότητα που απέσπασε αρχικά να έχει μετατραπεί σε «πρόβλημα διαρκείας» για το ΠΑΣΟΚ.

Τέλος, στον κ. Γ. Παπανδρέου καταλογίζεται αδυναμία «ελέγχου» των προσωπικών στρατηγικών των κορυφαίων στελεχών, που έχει ως αποτέλεσμα τις αλλεπάλληλες κρίσεις εσωστρέφειας του τελευταίου διαστήματος. Μάλιστα, στο συγκεκριμένο πεδίο, η κριτική προς τον κ. Γ. Παπανδρέου είναι διττή. Πρώτον, στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ασκείται κριτική για το γεγονός ότι δεν εμφανίζεται στα μείζονα ζητήματα με σαφή θέση, με αποτέλεσμα να παραμένουν απροσδιόριστα τα όρια πέραν των οποίων δεν θα πρέπει να κινούνται τα πρωτοκλασάτα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Δεύτερον, στον κ. Γ. Παπανδρέου χρεώνεται ότι η επιμονή του να αποφεύγει τη λήψη πειθαρχικών μέτρων έχει διαμορφώσει ένα εκταταμένο πεδίο για την ανάπτυξη προσωπικών στρατηγικών για τους βαρώνους του κόμματος που φιλοδοξούν να τον διαδεχθούν στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ σε περίπτωση μιας νέας εκλογικής ήττας.