ΠΟΛΙΤΙΚΗ

H αναθεώρηση του Συντάγματος (4)

Εχει παρατηρηθεί από πολλούς -και η παρατήρηση είναι ολότελα σωστή- ότι μετά την πρώτη αναθεώρηση του Συντάγματος, το πολιτικό μας σύστημα έγινε πρωθυπουργοκεντρικό. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός μπορεί να κάνει ό,τι επιθυμεί. Ακριβώς έτσι, ό,τι επιθυμεί. Το μόνο που μπορεί να τον εμποδίσει είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, δηλαδή ο φόβος του πολιτικού κόστους.

Αν, για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός επιθυμεί να αναθεωρήσει τη διάταξη του Συντάγματος ώστε να διπλασιαστεί ο αριθμός των βουλευτών επικρατείας, θα επιβάλει τη θέλησή του, ακόμη και αν η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών του κόμματός του έχει διαφορετική γνώμη. Αν επιθυμεί να περάσει οποιοδήποτε νομοσχέδιο από τη Βουλή, θα το περάσει. Αν επιθυμεί να διορίσει οποιονδήποτε σε μια κρατική θέση, θα το κάνει. Αν επιθυμεί να γίνει οποιαδήποτε δαπάνη, έστω και με μακροχρόνια υποχρέωση του κράτους, η δαπάνη θα γίνει.

Η ανεξέλεγκτη δυνατότητα του εκάστοτε πρωθυπουργού να κάνει ό,τι θέλει δεν είναι ασφαλώς ο υγιέστερος τρόπος διακυβέρνησης. H έλλειψη εξισορροπητικών θεσμών, θεσμών δηλαδή που θα επενεργούν ως αντίβαρα στην πρωθυπουργική παντοδυναμία, ωθεί τον εκάστοτε πρωθυπουργό σε απώλεια του μέτρου. O καινούργιος και άπειρος πρωθυπουργός, αφού αναλάβει τα καθήκοντά του, ανακαλύπτει με την πάροδο του χρόνου τη θεσμοθετημένη παντοδυναμία του. H παντοδυναμία διαφθείρει. Τα φαινόμενα της αλαζονείας δεν αργούν να φανούν. Οσο αυξάνεται η αλαζονική αυτοπεποίθηση του πρωθυπουργού τόσο περιορίζεται η θέληση των βουλευτών του πρωθυπουργικού κόμματος να εκφράσουν ελεύθερα τη γνώμη τους. Οι βουλευτές των κομμάτων της μειοψηφίας συναισθανόμενοι το ανώφελο της διατύπωσης αντεπιχειρημάτων στη θέληση του πρωθυπουργού καταφεύγουν στην όξυνση και τον λαϊκισμό.

Στην πρωθυπουργική παντοδυναμία χρειάζονται συνταγματικά αντίβαρα. Υποστηρίζουν μερικοί ότι πρέπει να δοθούν ξανά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας οι εξουσίες που του έδινε το Σύνταγμα του 1975. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Δεν θα ήθελα το αντίβαρο στην παντοδυναμία του πρωθυπουργού να είναι ένας άλλος μονοπρόσωπος θεσμός διότι, σε τελική ανάλυση, η κοινή γνώμη θα ευτέλιζε τις μεταξύ τους πολιτικές διαφορές σε προσωπικές.

Στην ενίσχυση της πρωθυπουργικής παντοδυναμίας αποβλέπει δυστυχώς και η προτεινόμενη από τον πρωθυπουργό σύσταση Συνταγματικού Δικαστηρίου με την ταυτόχρονη μείωση των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μαίνονται διάφοροι υπουργοί κατά του ΣτΕ, η αλήθεια όμως είναι ότι το ΣτΕ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περιορίζει τις αυθαιρεσίες της κυβέρνησης. Αυθαιρεσίες που συχνά οφείλονται στην αβάσταχτη επιπολαιότητα με την οποία ψηφίζονται οι νόμοι. Διαφωνώ, λοιπόν, με τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του ΣτΕ.

Τα αντίβαρα στην πρωθυπουργική παντοδυναμία πρέπει να αναζητηθούν 1) μέσα από το ίδιο το κόμμα του, και 2) από το νομοθετικό σώμα.

Τα κόμματα, όπως διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια, έχουν αποκτήσει τεράστια ισχύ. Το πέτυχαν -ευλογώντας τα γένια τους- με τη θέσπιση εξαιρετικά γενναιόδωρης χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό (εξ όσων έχω καταφέρει να ελέγξω, η χρηματοδότηση αυτή είναι, αναλογικά, μεγαλύτερη από ό,τι ισχύει σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα). H σκανδαλωδώς γενναιόδωρη χρηματοδότηση των κομμάτων λειτουργεί ως εμπόδιο αλλαγών στην πολιτική σκηνή. Ευνοεί το πολιτικό κατεστημένο.

Τα κόμματα διαθέτουν δημοκρατική οργάνωση μόνο στα χαρτιά. Τα μέλη των κομμάτων δεν έχουν καμιά πρακτική δυνατότητα άμυνας και ελέγχου κατά των αυθαιρεσιών του «αρχηγού». O «αρχηγός» μπορεί να ξοδεύει τα εκατομμύρια ευρώ της κρατικής επιχορήγησης όπως αυτός επιθυμεί. Διαφάνεια στην οικονομική διαχείριση των κομμάτων δεν υπάρχει. O «αρχηγός» διορίζει τους υποψηφίους της αρεσκείας του χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Είναι σύνηθες να αποκλείονται ικανοί νέοι υποψήφιοι από τον αρχηγό προκειμένου να «προστατευθεί» η διαιώνιση της πολιτικής παρουσίας κάποιου πολιτικού βαρώνου» ή προκειμένου να δοθεί χρόνος να ετοιμαστούν τα παιδιά του.

Ενα μέρος των προβλημάτων αυτών θα περιοριζόταν αν η δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων ήταν συνταγματικά κατοχυρωμένη, έτσι ώστε η τήρηση των δημοκρατικών κανόνων και η τήρηση οικονομικών κανόνων διαφάνειας να μπορεί να ελεγχθεί. Να γνωρίζει ο αρχηγός του κόμματος ότι η αυθαιρεσία έχει όρια.

Η υπόσταση του βουλευτή θα άλλαζε αν, αντί να εκλέγεται με σταυρό προτίμησης, σε πολυεδρική περιφέρεια, εκλεγόταν σε μονοεδρική. H δυναμική της εκλογής του θα άλλαζε. Κάθε μονοεδρική περιφέρεια θα είχε έναν εκπρόσωπο. Κάθε βουλευτής θα εκπροσωπούσε το σύνολο της περιφέρειας και θα αισθανόταν πολύ πιο έντονη την ανάγκη να υποστηρίζει τα ευρύτερα συμφέροντα της περιφέρειάς του και όχι μόνο του εκλογικού σώματος που τον σταυροδότησε. Πιο δύσκολα θα δεχόταν ο βουλευτής της μονοεδρικής περιφέρειας να στηρίξει τις όποιες πρωθυπουργικές επιθυμίες από ό,τι ο εκλεγόμενος με σταυρό βουλευτής πολυεδρικής περιφέρειας. Χαρακτηριστικές είναι οι συχνές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Tony Blair με βουλευτές του κόμματός του. Τέτοιες δυσκολίες δεν αντιμετώπισαν ποτέ στη Βουλή οι Ελληνες πρωθυπουργοί. H ευκολία με την οποία περνούν ο νόμοι δεν τους καθιστά καλούς νόμους. Το αντίθετο. H καθιέρωση εκλογικού συστήματος παρόμοιου με το γερμανικό, σε συνδυασμό με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων, θα ήταν κάποιο εσωκομματικό αντίβαρο στην παντοδυναμία του πρωθυπουργού.

Παράλληλα, εισηγούμαι την εισαγωγή δεύτερου νομοθετικού σώματος, ως πρόσθετου θεσμικού αντίβαρου στην πρωθυπουργική παντοδυναμία. Της Γερουσίας. Ενώ το Σύνταγμα ορίζει ότι τη νομοθετική πρωτοβουλία την έχει είτε η κυβέρνηση είτε η Βουλή, στην πραγματικότητα μόνο η κυβέρνηση έχει νομοθετική πρωτοβουλία. Είναι και αυτό άλλη μια απόδειξη της πρωθυπουργική παντοδυναμίας που δεν μπορεί να ανεχθεί το ενδεχόμενο η πρωτοβουλία να προέλθει από αλλού. Το αποτέλεσμα είναι πολλοί, επιπόλαιοι και κακοί νόμοι. Απόδειξη τούτου είναι ότι πολλοί νόμοι που έρχονται στη Βουλή διορθώνουν προηγούμενο νόμο που συχνά έχει εισηγηθεί ο ίδιος υπουργός. H Γερουσία μπορεί να αποτελείται από 36 γερουσιαστές που θα εκλέγονταν για 6ετή θητεία. Τρεις γερουσιαστές από κάθε μία από τις 12 περιφέρειες. Εκλογές θα γίνονται κάθε δύο χρόνια για να ανανεώνεται το 1/3 του σώματος (όπως γίνεται στις ΗΠΑ για την ανάδειξη της αμερικανικής Γερουσίας). Οι νόμοι θα πρέπει να ψηφίζονται και από τα δύο σώματα. Και τα δύο σώματα θα μπορούν να αναλάβουν νομοθετική πρωτοβουλία. H κυβέρνηση θα πρέπει να έχει την εμπιστοσύνη και των δύο σωμάτων, Βουλής και Γερουσίας. Οι γερουσιαστές δεν θα μπορούν να υπουργοποιηθούν. Το γεγονός ότι οι γερουσιαστές θα εκλέγονται για 6 χρόνια και σε διαφορετικό εκλογικό κύκλο από εκείνον της Βουλής, θα τους δώσει και κύρος και ανεξαρτησία. H παραγωγή νόμων θα επιβραδυνθεί, αλλά οι νόμοι θα γίνουν καλύτεροι, καθώς η πρωθυπουργική «αυθαιρεσία» θα βρεθεί αντιμέτωπη με το αντίβαρο της Γερουσίας.

Αν δημιουργηθεί Γερουσία, πρέπει να περιορισθεί ο ήδη μεγάλος αριθμός των βουλευτών κατά 36 (όσοι και οι γερουσιαστές) οπότε, από τους απομένοντες 264 οι 150 θα μπορούσαν να εκπροσωπούν μονοεδρικές περιφέρειες και οι υπόλοιποι 114 να είναι σε λίστες καταρτιζόμενες ανά περιφέρεια από τα δημοκρατικά οργανωμένα κόμματα, όπως γίνεται στη Γερμανία.

Εχω ακούσει το επιχείρημα ότι, με τα «βαλκανικά» μας πολιτικά ήθη και έθιμα, καλύτερα να έχουμε πρωθυπουργική παντοδυναμία παρά χρονοβόρες δημοκρατικές διαδικασίες. Δεν συμφωνώ. Ισως να έστεκε το επιχείρημα τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια όταν χρειάζονταν έκτακτα μέτρα για την εδραίωση της δημοκρατίας, σήμερα όμως είναι απαράδεκτο. H πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί σήμερα, 30 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, είναι αφενός ένα νομοθετικό αλαλούμ και αφετέρου η αναβολή και η μετατόπιση στο μέλλον όλων των δύσκολων αποφάσεων, επειδή ο πρωθυπουργός φοβάται το πολιτικό κόστος. O φόβος είναι εντονότερος επειδή γνωρίζει ότι όλοι οι συνεργάτες του εμφανίζονται σύμφωνοι μαζί του. Ξέρει ότι από κανέναν τους δεν θα ακούσει ισχυρό αντίλογο και όλοι περιμένουν πότε θα «την πατήσει».

Θυμίζω το πάθημα του κ. Σημίτη με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση του κ. Γιαννίτση. Ολοι ήταν σύμφωνοι μέχρις ότου άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. O κ. Σημίτης έμεινε με το πολιτικό κόστος. H τόσο αναγκαία μεταρρύθμιση εγκαταλείφθηκε. Σε τι τον ωφέλησε λοιπόν η παντοδυναμία του; Σε τελική ανάλυση, η παντοδυναμία καταλήγει να είναι απόλυτη αδυναμία. O πρωθυπουργός φοβάται και δεν αποφασίζει. H πρωθυπουργική παντοδυναμία είναι λοιπόν κακή. Ούτε σε καλούς νόμους οδηγεί ούτε σε αναγκαίες γενναίες αποφάσεις, αλλά μόνο σε «μικρές», συχνά εξαιρετικά ενοχλητικές, αυθαιρεσίες.