ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υπάρχει τρόπος επιλύσεως των ελληνοτουρκικών διαφορών

Σήμερα μπορώ, περισσότερο από κάθε άλλη περίσταση, λόγω της τραγικής απώλειας του σμηναγού μας, να υπενθυμίσω το αδιέξοδο, στο οποίο από καιρό ευρίσκονται οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις, αλλά και τη δυνατότητα της χώρας μας να επιδιώξει τη ρύθμιση των διαφόρων θεμάτων με άλλη πολιτική, απ’ αυτή που ακολουθεί. Τούτο υποστηρίζω από μακρού χρόνου.

Τριάντα τρεις, αν δεν κάνω λάθος συναντήσεις, μέχρι στιγμής, των γεν. γραμματέων των δύο υπουργείων Εξωτερικών δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Καμία από τις δύο χώρες άλλωστε δεν θα υποχωρήσει, γιατί έχει πείσει τον λαό της για την ορθότητα της ανυποχώρητης στάσης της.

Αλλά και η πολιτική μας που ελπίζει και εύχεται τη λύση των προβλημάτων με την Τουρκία, μέσω των διαπραγματεύσεων για τη μελλοντική ένταξη της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δεν έχει αποδώσει το παραμικρό. Βάσιμος δε είναι ο φόβος, ότι δεν θα αποδώσει ούτε στο μέλλον, αν κρίνει κανείς από τη μέχρι τώρα συμπεριφορά της.

Και ιδού γιατί. H χώρα μας έχει γίνει ο θερμότερος συνήγορος, ο σημαιοφόρος της εντάξεως της Τουρκίας στην Ευρώπη. O όρος όμως τον οποίον θέτει και επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία, δηλαδή της ανταποκρίσεως της Τουρκίας στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει, δεν εκπληρώνεται, ενώ η συμπεριφορά της κάθε άλλο παρά γίνεται περισσότερο φιλική, σε αναγνώριση των υπέρ αυτής προσπαθειών μας. Αντιθέτως, οι παραβιάσεις και παραβάσεις εκ μέρους των αεροπλάνων της συνεχίζονται και αυξάνονται, η Σχολή της Χάλκης δεν ανοίγει, η απειλή πολέμου επαναλαμβάνεται, και οι αξιώσεις της επαναδιατυπώνονται.

Τα αποτελέσματα του αδιεξόδου είναι γνωστά σε όλους: οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες που καταβάλλει η χώρα μας, για να διατηρήσει το αξιόμαχο των αμυντικών της δυνάμεων, η καθημερινή διακινδύνευση των πιλότων μας και οι απώλειες που θρηνούμε, η διαρκής ενασχόλησή μας με τα σχετικά θέματα και η υποχωρητικότητά μας που εκδηλώνεται συχνά, για να μην οξύνομε το πρόβλημα και επιβαρύνομε την κατάσταση.

Η ενταξιακή διαδικασία προσφέρει ευκαιρίες στη χώρα μας, αλλά δεν επωφελούμεθα, με τον τρόπο που μπορούμε. H προοπτική ότι μπορεί να επιτευχθεί ένα ευνοϊκό αποτέλεσμα κατά στάδια και δόσεις, αναλόγως της προόδου των διαπραγματεύσεων, δεν φαίνεται ότι μπορεί να τελεσφορήσει. Κανείς άλλωστε δεν θα μας συμπαρασταθεί σε αυτήν την προσπάθεια.

Αν οι εκτιμήσεις που έκανα πιο πάνω είναι ορθές, αφ’ εαυτής προβάλλει, μια μόνο διέξοδος. Εννοώ την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (άλλο είναι το Ειδικό Ποινικό Δικαστήριο).

Βεβαίως, χρειάζεται να υπογραφεί συνυποσχετικό μεταξύ των δύο χωρών, γιατί η Τουρκία δεν έχει προσχωρήσει στο πρωτόκολλο ιδρύσεως του Διεθνούς Δικαστηρίου και δεν νομιμοποιούμεθα, να στραφούμε μονομερώς κατ’ αυτής.

Παρ’ όλα ταύτα μπορούμε σήμερα να ζητήσομε από την Τουρκία, λόγω της αποτυχίας του διαλόγου, να δεχθεί τη διαδικασία της Χάγης, την οποία ποτέ δεν απέκρουσε, αλλά μόνο ζήτησε να προηγηθεί ο διάλογος. Αλλά ο διάλογος έγινε και απέτυχε.

Εχομε δικαίωμα να ξαναθυμίσομε την πρόβλεψη της συνόδου κορυφής του Ελσίνκι, που έθεσε προθεσμία για το τέλος του διαλόγου το έτος 2004 και υπέδειξε ως επόμενο βήμα την προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης.

Και μπορούμε να ζητήσομε τη συμπαράσταση αλλά και τη δεδομένη σύμφωνη γνώμη όλων των κρατών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ώστε να πείσουν την Τουρκία να δεχθεί επιτέλους αυτήν τη διέξοδο. Βεβαίως θα ζητήσομε τη συμπαράσταση και των εκτός της E.E. χωρών. Οφείλομε να τονίσομε με κάθε τρόπο, ότι δεν υπάρχει άλλη οδός και να το επαναλαμβάνομε, προς κάθε κατεύθυνση, συνεχώς.

Στο σημείο αυτό διατυπώνονται παρατηρήσεις και αντιρρήσεις. Συνήθως ερωτάται: Ποιες διαφορές θα υποβληθούν στο Δικαστήριο; Απαντώ, όλες: τα χωρικά ύδατα και η έκτασή τους, η υφαλοκρηπίδα των νήσων και ο καθορισμός της μεταξύ των δύο χωρών και η αποστρατιωτικοποίηση των νήσων. Δεν γνωρίζω αν η είσοδος τουρκικών αεροπλάνων στο FIR Αθηνών, χωρίς την υποβολή σχεδίου πτήσεως, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κρίσεως του Δικαστηρίου ή του άλλου Διεθνούς Οργανισμού, του ICAO. Αν ναι, τότε και αυτή. Και οι γκρίζες ζώνες; Οχι αυτές. Οι γκρίζες ζώνες ανήκουν στη φαντασία της Τουρκίας μόνον, όπως αποδεικνύεται από τη Συνθήκη της Λωζάννης, τον τρόπο της μακράς εφαρμογής της και το Ιταλο-Τουρκικό Πρωτόκολλο καθορισμού των θαλασσίων ορίων του 1932. H δε διεθνής κοινότης έχει αποδεχθεί ανέκαθεν το υπάρχον εδαφικό καθεστώς των νησίδων και βραχονησίδων.

Δεν έχομε πολλά να φοβηθούμε από την προσφυγή στο Δικαστήριο. O εναέριος χώρος θα ρυθμισθεί σύμφωνα με τα χωρικά ύδατα κάθε χώρας. Τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα και η έκταση των χωρικών υδάτων είναι γνωστή, σύμφωνα με το δίκιο της θαλάσσης (στο οποίο οφείλει να προσχωρήσει η Τουρκία εντασσομένη στην Ευρώπη, όπως οφείλει να αποδεχθεί και την αρμοδιότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου).

Δεύτερη παρατήρηση. Το Διεθνές Δικαστήριο είναι στην πραγματικότητα πολιτικό σώμα και όχι όργανο δικαίου. Απαντώ, ότι η μέχρι τώρα λειτουργία του δεν δικαιολογεί αυτήν την άποψη. Ακόμη και όταν εφαρμόζει την αρχή της επιεικείας, δεν ανατρέπει, ούτε μπορεί να ανατρέψει τους βέβαιους νομικούς κανόνες και ορισμούς. Αυτό το γνωρίζει η Τουρκία, η οποία και αποφεύγει να δεχθεί την προσφυγή σε αυτό.

Η τρίτη παρατήρηση, ότι εμείς αναγνωρίζομε ως μόνη διαφορά τον καθορισμό των ορίων της υφαλοκρηπίδος, δεν φαίνεται σοβαρή. Οι διαφορές δημιουργούνται, όταν ένα κράτος διατυπώνει αξιώσεις, δίκαιες ή άδικες, κατά του άλλου. O καθορισμός άλλωστε, της υφαλοκρηπίδος συνδέεται απολύτως με τον προσδιορισμόν των χωρικών υδάτων και συνεπώς περιλαμβάνει και το αντικείμενο αυτό.

Τέλος, η αντίρρηση ότι δεν θα θέσομε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, υπό την κρίση του Δικαστηρίου έχει και αυτή την απάντησή της. Τα πάσης φύσεως δικαιώματα κρίνονται ανέκαθεν από τα δικαστήρια, διεθνή ή επιχώρια, η δε Ελλάς ως φιλειρηνικό κράτος προτιμά να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της όχι με τη βία, αλλά με δικαστικά μέτρα.

Αν δεν αναζητήσομε λύση μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου, όλες οι εκκρεμότητες θα παραμείνουν εκκρεμείς, με τις γνωστές συνέπειες και τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου. Θα έχομε εναποθέσει, τότε, στο αβέβαιο μέλλον τις προσδοκίες μας, με φανερό τον κίνδυνο να διαψευσθούν. Πρέπει, λοιπόν, να κινηθούμε, προς τη μόνη κατεύθυνση, που υποδεικνύουν οι περιστάσεις και η λογική.