ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τέλος και τυπικά στην έρευνα της Βουλής για τις υποκλοπές

Και τυπικά τέλος στη διερεύνηση του μεγάλου σκανδάλου των τηλεφωνικών υποκλοπών έθεσε χθες η πλειοψηφία στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, την ίδια ώρα που σύσσωμη η αντιπολίτευση αποχωρούσε, καταγγέλλοντας πολιτική συγκάλυψη της υποθέσεως και αυτοχειριασμό της ίδιας της Βουλής. Η πλειοψηφία, που με την παρουσία όλων των μελών της διέψευσε την ύπαρξη ρηγμάτων στις γραμμές της αναφορικά με το σχέδιο εκθέσεως που κατέθεσε, ανταπάντησε διά του κοινοβουλευτικού της εκπροσώπου κ. Β. Μαγγίνα ότι η αντιπολίτευση με προεξάρχον το ΠΑΣΟΚ «επιδίδεται σε μικροκομματικό εμπόριο», κρίνοντας ότι μία επιτροπή από βουλευτές μη ειδικούς και μη γνώστες έχει πεπερασμένες και δεδομένες αρμοδιότητες.

Μια συνεδρίαση, με προαποφασισμένο και από τις δύο πλευρές τέλος, εξελίχθηκε σε μάχη χαρακωμάτων, αφού η πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, διά του κ. Ευ. Βενιζέλου, γνωστοποίησε ότι δεν προτίθεται να φέρει πρόταση για σύσταση εξεταστικής επιτροπής στην Ολομέλεια, αν πρώτα δεν γίνει δεκτή απ’ όλα τα μέλη της Επιτροπής Θεσμών, δηλ. αν δεν συνηγορήσει και η πλειοψηφία. Ο λόγος είναι προφανής: αν έλθει η πρόταση στην Ολομέλεια, θα απορριφθεί, αφού η θέση που έχει εκφράσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είναι να συσταθεί με πρωτοβουλία της κυβερνήσεως μετά το πέρας της δικαστικής έρευνας. Μία πανηγυρική λοιπόν απόρριψη ταυτόχρονα με την έκφραση της πολιτικής βούλησης ότι η εξεταστική θα γίνει, αλλά στο άγνωστο μέλλον, θα έβαζε οριστικά ταφόπλακα στην έρευνα από πλευράς Βουλής τουλάχιστον όσο το θέμα είναι ζεστό. Μέχρι τότε όμως η αντιπολίτευση θα μπορεί να επαναφέρει το θέμα και να καταγγέλλει συγκάλυψη.

Ο κ. Μ. Εβερτ δεν εξέφρασε αντιρρήσεις με το σχέδιο πορίσματος, όπως έγραφε ο αντιπολιτευόμενος Τύπος. Πλην όμως ακόμη και μια αυτονόητη προσθήκη την οποία ζήτησε, προδίδει τη σπουδή και το πρόχειρο της συγγραφής του πορίσματος. Ο κ. Εβερτ ζήτησε να περιληφθεί στην αρχή μία εισαγωγή στην οποία θα αναδεικνύεται το μέγεθος του εγκλήματος των υποκλοπών, ως εγκλήματος κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως εθνικού εγκλήματος, αφού θύματα ήταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός και μέλη της κυβερνήσεως, παράλληλα με το γεγονός ότι εθνικά μυστικά ενδεχομένως και να υπεκλάπησαν. «Δεν μπορούμε να κλείσουμε την υπόθεση, όπως προφανώς επιθυμεί για αυτονόητους λόγους η κυβέρνηση», επεσήμανε ο κ. Απ. Κακλαμάνης. Η έρευνα κατά τον ίδιο θα πρέπει να συνεχισθεί, έως ότου δώσει πλήρη εικόνα η Δικαιοσύνη για να ελέγξουμε και ενδεχομένως να αποδώσουμε πολιτικές ευθύνες για τους χειρισμούς. Για επιεικώς απαράδεκτο πόρισμα έκανε λόγο ο κ. Φ. Κουβέλης, υπογραμμίζοντας ότι «διαμορφώνεται η βεβαιότητα πως η πλειοψηφία θέλει να κλείσει την υπόθεση». Η κ. Λιάνα Κανέλλη σημείωσε ότι αποδοχή του πορίσματος θα σήμαινε ότι όσο διερευνά η Δικαιοσύνη θα υπογράφονται συμβάσεις με αυτούς που ενέχονται στις υποκλοπές και ουδείς θα τιμωρείται.

Ακολούθησε η θεαματική αποχώρηση της αντιπολιτεύσεως, που προκάλεσε την μήνιν στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Για μέγα κοινοβουλευτικό ατόπημα έκανε λόγο ο κ. Απ. Σταύρου, που τόνισε ότι δεν έχει θέσεις η αντιπολίτευση. Η φυγή συνιστά υποκρισία και απόδειξη του γεγονότος ότι σκοπούν στο εμπόριο μιας θλιβερής υπόθεσης, σχολίασε ο κ. Β. Μαγγίνας. Παρεμβαίνοντας ο κ. Εβερτ τόνισε ότι η αντιπολίτευση θέλει να αγνοεί ότι γίνεται παράλληλα εισαγγελική έρευνα: «Η ίδια η ΑΔΑΕ, κατ’ εξοχήν αρμόδια και με μέλη διορισμένα από την προηγούμενη κυβέρνηση, δήλωσε ότι τελειώνει το έργο της και ότι με όσα έχουν αποκαλυφθεί μπορεί να εξιχνιάσει την υπόθεση η Δικαιοσύνη. Μήπως το ΠΑΣΟΚ θέλει στην πραγματικότητα να σέρνεται η υπόθεση και να μη φτάσουμε στους αυτουργούς;». «Δεν μπορούμε να παίζουμε τους ανακριτές, συμβάλλοντας στη σύγχυση και στον αποπροσανατολισμό», κατέληξε ο κ. Χ. Ζώης.