ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σε συμπληγάδες η ελληνική διπλωματία

Με πορεία ανάμεσα σε συμπληγάδες μοιάζει εκείνη την οποία φαίνεται να έχει επιλέξει η ελληνική διπλωματία, κατά την τρέχουσα συγκυρία των λεπτών χειρισμών και ισορροπιών αναφορικά με την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας.

Εχοντας πλήρη επίγνωση της διαχρονικής αναγκαιότητας για συμπόρευση με το κομμάτι του ελληνισμού που βιώνει επί δεκαετίες τα γνωστά προβλήματα στην Κύπρο, η Αθήνα δέχεται συνεχώς -ενίοτε δε και ιδιαιτέρως έντονα- μηνύματα περί την διαρκώς αυξανόμενη υποχρέωση διαφύλαξης και υπηρέτησης των λεγόμενων «στενών εθνικών συμφερόντων της». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή, της διαχείρισης των αδιεξόδων που προκαλούνται εντός ευρωπαϊκού πλαισίου εξαιτίας της αδιαλλαξίας της Τουρκίας έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, η ελληνική πλευρά διαπιστώνει ότι η υιοθέτηση ακραίων θέσεων όχι μόνο δεν θα βοηθούσε την υπόθεση του Κυπριακού, αλλά και θα οδηγούσε στην πρόκληση οδυνηρών επιπτώσεων σε μια σειρά άλλα μέτωπα μείζονος σημασίας για τη χώρα μας.

Σύννεφα στον ορίζοντα

Ηδη, με επίκεντρο την εμπλοκή η οποία σημειώθηκε όσον αφορά τη ματαιωθείσα, τελικώς, από την Αγκυρα επίσημη επίσκεψη του κ. Αμπντουλάχ Γκιουλ στην Ελλάδα, κατέστη εμφανές ότι οι διμερείς σχέσεις με τη γείτονα απέχουν πολύ από τις καλές ημέρες που γνώρισαν μέχρι και πριν από αρκετούς μήνες. Μπορεί, βεβαίως, οι εξελίξεις να μην έχουν προσλάβει τυπικώς χαρακτήρα κρίσης, ωστόσο τα σύννεφα φαίνεται να μαζεύονται στον ορίζοντα. Είχαν προηγηθεί δηλώσεις ανώτερων αξιωματικών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων που δημιουργούσαν αρνητικές εντυπώσεις για την Ελλάδα, όπως επίσης και η διόγκωση, εκ μέρους της Αγκυρας, του θέματος των δικαιωμάτων της μειονότητας στη Θράκη.

Σημειώνεται, μάλιστα, ότι η τελευταία αυτή επιλογή της τουρκικής πλευράς, «συνέπεσε» χρονικά με ανάλογη αιφνιδιαστική κίνηση εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες πρωτοστατούν στην εκστρατεία υποστήριξης της τουρκικής πορείας στην Ευρώπη.

Την ίδια στιγμή, παρατηρώντας κανείς τους συσχετισμούς στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εύκολα διαπιστώνει πως η πρόκληση διακοπής της ενταξιακής διαδικασίας της Αγκυρας -τουλάχιστον στην παρούσα φάση- καθίσταται επιλογή με ιδιαίτερο κόστος για όποιον την υιοθετήσει: Πέραν της Κύπρου, μόνο η Γαλλία εμφανίζεται να σηκώνει υψηλά τους τόνους, ενώ αντιθέτως, όπως προκύπτει από δηλώσεις και συζητήσεις σε διάφορα επίσημα και άτυπα fora, ούτε λίγο ούτε πολύ περίπου 17 εκ των 25 κρατών μελών μάλλον συμφωνούν με τις γενικές κατευθύνσεις που συμπεριέλαβε στην τελευταία εισήγησή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (κυρώσεις για την άρνηση της Τουρκίας να εφαρμόσει το Πρωτόκολλο – οκτώ κεφάλαια παραμένουν «παγωμένα» και τα υπόλοιπα ανοίγουν, δίχως να κλείσουν πριν από τη συμμόρφωση της Αγκυρας).

Ετεροβαρής ισορροπία

Αν συνυπολογιστεί ότι υπάρχουν και πέντε κράτη, με πρώτο εξ αυτών το Ηνωμένο Βασίλειο, που θέλουν ευνοϊκή μεταχείριση της τουρκικής υποψηφιότητας, δηλώνοντας ότι θα είναι μεγάλο -ιστορικό- λάθος να κλείσει η Ευρώπη τις πόρτες της, τότε η ισορροπία είναι απολύτως ετεροβαρής. Διπλωματικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι καθώς στο σύνολό τους οι «25» ταυτίζουν την αποφυγή του εκτροχιασμού της τουρκικής αμαξοστοιχίας με την εξυπηρέτηση στρατηγικών στοχεύσεων της Ευρώπης, το μελλοντικό κόστος για όποιον υιοθετήσει επιλογές οι οποίες δεν θα εξυπηρετούν αυτές τις στοχεύσεις, δεν θα είναι μικρό, όταν στο τραπέζι βρεθούν άλλες, ειδικότερου ενδιαφέροντος υποθέσεις του.

Υπό το πρίσμα αυτό, η Ελλάδα μοιάζει να ελίσσεται ανάμεσα στο τρίγωνο Βρυξέλλες – Αγκυρα – Λευκωσία, άλλοτε υποδεικνύοντας στους Ευρωπαίους ότι η κυπριακή πλευρά δεν έχει άδικο όταν ζητεί αυστηρότητα απέναντι στον εισβολέα που τώρα ως υποψήφιος για ένταξη στην E.E. αδιαφορεί για τις αρχές και τους κανόνες λειτουργίας της Ευρώπης· και άλλοτε διαμηνύοντας στην Κύπρο ότι η υιοθέτηση ακραίων θέσεων τώρα, δεν εξυπηρετεί ούτε εκείνη. «Αν η Τουρκία τεθεί εκτός τροχιάς, ο πρώτος στόχος της εφαρμογής του Πρωτοκόλλου ούτε καν θα συζητείται» λέγεται χαρακτηριστικά.