ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η αγωγή αφορά 8 εκατ. ευρώ

Στη σκιά του παγκόσμιου σκανδάλου που στο επίκεντρό του έχει το «μαύρο ταμείο» της Siemens «για την καλλιέργεια νέων αγορών», μια αποκαλυπτική αγωγή φέρνει στην επιφάνεια και την ελληνική απόληξη των άνομων δραστηριοτήτων της πολυεθνικής αλλά και του «ειδικού ρόλου» στελεχών της.

Η «Κ» αποκαλύπτει το περιεχόμενο της αγωγής που η Siemens Μονάχου κατέθεσε κατά του τέως γενικού διευθυντή Τηλεπικοινωνιών και Πληροφορικής κ. Πρόδρομου Μαυρίδη, από τον οποίο ζητεί να της καταβάλει «κατ’ ανώτατο όριο οκτώ εκατ. ευρώ». Εντύπωση προκαλεί ότι στην αγωγή που κατετέθη μόλις στις 14 Νοεμβρίου 2006, δηλαδή οκτώ μήνες μετά την αποχώρηση του κ. Μαυρίδη από τη Siemens και στις κρίσιμες ημέρες των συλλήψεων στελεχών της εταιρείας από τις εισαγγελικές αρχές του Μονάχου, η πρώην εργοδότρια στρέφεται κατά του υπαλλήλου της επικαλούμενη διατάξεις «περί αδικαιολόγητου πλουτισμού!» Την ίδια στιγμή που η υπόθεση έχει λάβει ακραίες ποινικές διαστάσεις με κατηγορίες για απάτη, σύσταση συμμορίας, ξέπλυμα χρήματος, διαφθορά κ.ά., η Siemens απαιτεί από τον κ. Μαυρίδη ποσό μέχρι 8 εκατ. ευρώ, αποφεύγει ασφαλιστικά μέτρα και αρκείται στην αποστολή -με ταχυδρομείο- εξωδίκου. Αυτό η Siemens το απέστειλε, ενάμιση μήνα μετά την αποχώρηση Μαυρίδη (στις 29 Μαΐου 2006) ζητώντας του πλήρη ενημέρωση για τη διαχείριση των κεφαλαίων της. Η αγωγή μοιάζει ασθενής, προσχηματική εξαιτίας των ραγδαίων εξελίξεων και συνιστά μια ευθεία ομολογία της Siemens για το ελληνικού ενδιαφέροντος «ταμείο» που κατά ασυνήθιστο τρόπο διατηρούσε στην Ελβετία, τουλάχιστον από το 2003. Στην αγωγή που έχει οριστεί να εκδικασθεί την 1η Νοεμβρίου 2007 η Siemens αποκαλύπτει:

«Στις 24.9.2003 μεταφέρθηκε ποσό ύψους 2.000.000 ευρώ από λογαριασμό οικονομικών συμφερόντων της εταιρείας μας στην τράπεζα Dresdner στην Ελβετία, τον οποίο διαχειριζόταν ο εναγόμενος, προς έναν ατομικό λογαριασμό του εναγομένου στο τμήμα ιδιωτικής τραπεζικής (private banking) της τράπεζας Societe Generale Ελλάς Α.Ε., ο αριθμός του οποίου δεν κατέστη γνωστός στην εταιρεία μας.

Στις 28.1.2005 ακολούθησε με τον ίδιο τρόπο άλλη μια μεταφορά ύψους 6.000.000 ευρώ.

Συνολικά, δηλαδή η εταιρεία μας παρέδωσε στον εναγόμενο το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων (8.000.000) ευρώ, το οποίο περιήλθε στη φυσική του εξουσίαση, προκειμένου εκείνος να το διαθέσει κατά τον σκοπό της καταβολής του προς αντιμετώπιση έκτακτων, άμεσων και τρεχουσών αναγκών της εταιρείας μας που θα ανέκυπταν από την ανάπτυξη της δραστηριότητάς της στις χώρες αρμοδιότητας και ενεργοποίησης του εναγομένου, όπως συνέβαινε και στο παρελθόν». Σε άλλο σημείο της αγωγής της η Siemens ισχυρίζεται ότι «και από προφορικές ομολογίες του εναγομένου σε συνομιλία που έλαβε χώρα στην Αθήνα, την 8-3-2006, μεταξύ ώρας 16.20 και 18.45 ενώπιον του συνεργάτη της Siemens, κ. Hans Werner Haefner», αποδεικνύεται ότι τα 8 εκατ. ευρώ που εισέρρευσαν στο λογαριασμό του «προέρχονταν και ήταν στην πραγματικότητα χρήματα της εταιρείας μας, Siemens Γερμανίας» και καταλήγει: «Από αυτά μέρος μόνο χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της εταιρείας (χωρίς όμως ο εναγόμενος να διευκρινίσει το ύψος του ποσού αυτού ή να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία). Μάλιστα, ένα κατάλοιπο λογαριασμού, το οποίο δεν όρισε, βρίσκεται ακόμη διαθέσιμο στον ατομικό του λογαριασμό, ο ίδιος όμως εντελώς αδικαιολόγητα δεν το αποδίδει».

Επισημαίνεται ότι ο κ. Μαυρίδης στις 30 Μαρτίου 2006 κατέθεσε στην Εισαγγελία της Βέρνης ότι τα χρήματα που εντοπίσθηκαν στους λογαριασμούς του χρησιμοποιήθηκαν για την «καλλιέργεια νέων αγορών». Εξι ημέρες μετά αποχωρεί από τη Siemens, συναινετικά, σύμφωνα με όσα τότε ανακοινώθηκαν.

Τώρα η «συναίνεση» διαψεύδεται από τις εξελίξεις, καθώς η Siemens ζητεί: «Να καταδικασθεί ο εναγόμενος για την εκτεθείσα ιστορική και νομική αιτία με απόφαση του δικαστηρίου σας κηρυσσομένη και προσωρινώς εκτελεστή να μας καταβάλει, κατά ανώτατο όριο, το συνολικό ποσό των οκτώ εκατομμυρίων ευρώ (8.000.000) εντόκως νομίμως από τις 7-4-2006 (κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων περί εντολής), άλλως από την επομένη της καταβολής εκάστου των ως άνω επιμέρους ποσών ύψους 2.000.000 ευρώ πλέον 6.000.000 ευρώ, όπως περιγράφηκε ειδικότερα ανωτέρω (κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού), άλλως από την επίδοση της παρούσας και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης».