ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΑΝΑΛΥΣΗ

Ενίοτε και η ιδιωτική πρωτοβουλία κινείται με τους ίδιους ράθυμους ρυθμούς του δημόσιου τομέα και χωρίς ιδέες ή ευρηματικότητα επαναλαμβάνει κάθε χρόνο τα ίδια ξεπερασμένα πρότυπα του γηρασμένου πολιτικού μας συστήματος. Αναφέρομαι στην ημερίδα «H ώρα της ελληνικής οικονομίας» που οργανώνει κατ’ έτος το Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο και στην οποία μετέχουν ως ομιλητές ο πρωθυπουργός, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, οι βασικοί υπουργοί και τα πρώτα στελέχη της αντιπολίτευσης.

Η γενικόλογη θεματολογία της ημερίδας επιτρέπει και στους μεν και στους δε να εκφωνούν ανούσιους λόγους, χωρίς καμιά αύρα ανανέωσης. Λόγους που τους έχουμε ήδη ακούσει πολλές φορές στις προηγούμενες εβδομάδες και οι οποίοι δεν περιέχουν ούτε μία νέα πρόταση, ούτε μία νέα ιδέα και προφανώς δεν πληροφορούν την επιχειρηματική κοινότητα προς την οποία υποτίθεται ότι απευθύνονται, για τις προθέσεις της κυβέρνησης ή για τις αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης. Πάντως, ένα καλό της ημερίδας είναι ότι προετοιμάζει κυβέρνηση και αντιπολίτευση για τη μεγάλη μονομαχία του Δεκεμβρίου για τον προϋπολογισμό. Ας είναι βέβαιοι οι αναγνώστες ότι οι ίδιες ομιλίες που εκφωνήθηκαν στην ημερίδα θα επαναληφθούν και στη Βουλή.

Πέραν της γενικολογίας περί τα μακροοικονομικά αυτό που παντελώς έλειψε από τις ομιλίες ήταν η αναφορά στα θέματα της καθημερινότητας, στα προβλήματα δηλαδή που αντιμετωπίζει ο πολίτης στη ζωή του και τα οποία γι’ αυτόν και μάλιστα για όλους μας έχουν μεγαλύτερη αξία από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, τη δημοσιονομική σταθερότητα, το δημόσιο χρέος κ. λπ., δηλαδή τα μεγέθη για την πορεία των οποίων κονταροχτυπιούνται καθημερινά κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Αλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι το ΠΑΣΟΚ έχασε τις εκλογές τον Μάρτιο του 2004 όχι μόνο για τη διαφθορά των στελεχών του αλλά κυρίως για την καθημερινή περιφρόνηση προς τον πολίτη με την προσφορά χειρίστης ποιότητος υπηρεσιών υγείας, παιδείας, ασφάλειας, συγκοινωνίας κ. λπ.

Ενα στέλεχος του υπουργείου Οικονομίας που είχε επισκεφθεί πρόσφατα τη Βιέννη μου έλεγε τα εξής: Ενας υποδιευθυντής Τραπέζης στη Βιέννη έχει μηνιαίες αποδοχές 1.600 ευρώ, ενώ ο αντίστοιχος υπάλληλος στην Αθήνα αμείβεται με 1.400 ευρώ. O Αυστριακός όμως τραπεζικός απολαμβάνει πολύ υψηλότερο επίπεδο ζωής από ό,τι δείχνει η διαφορά των μισθών, πρώτον, γιατί η αγορά της Βιέννης και σε τρόφιμα αλλά και σε είδη ένδυσης – υπόδησης είναι φθηνότερη της Αθήνας. Ενα λίτρο φρέσκο π. χ. γάλα κάνει 60 σεντς έναντι 1,40 στην Αθήνα. Δεύτερον, και σπουδαιότερο ο Αυστριακός οικογενειάρχης δεν ξοδεύει πρόσθετα χρήματα για υπηρεσίες υγείας και παιδείας, τις οποίες του προσφέρει το κράτος δωρεάν και σε αρίστη ποιότητα. Δεν χρειάζεται δηλαδή ο Βιεννέζος να επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό με έξοδα φροντιστηρίου για τα παιδιά του που πάνε στο γυμνάσιο ούτε να δώσει φακελάκι στον γιατρό του κρατικού νοσοκομείου. Οι Αυστριακοί πληρώνουν τους φόρους τους – η φοροδιαφυγή είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη- αγόγγυστα γιατί τους φροντίζει το κράτος με ένα εκπαιδευτικό σύστημα που μορφώνει τα παιδιά τους και τα προετοιμάζει να βρουν μια καλή δουλειά, ενώ ταυτόχρονα τα κρατικά νοσοκομεία είναι ανοιχτά για όλα τα προβλήματα υγείας. Δεν υπάρχουν λοιπόν για τον Αυστριακό ούτε η πρόσθετη επιβάρυνση που σηκώνει ο Ελληνας ούτε το άγχος να έχει κάποια λεφτά στην άκρη για να αντιμετωπίσει επείγουσες ανάγκες υγείας ή εκπαίδευσης των παιδιών του.

Οι υπηρεσίες υγείας, παιδείας αλλά και η ασφάλεια που αισθάνεται ο πολίτης από μια αστυνομία που δεν κυνηγά τους αντιφρονούντες αλλά προστατεύει από το έγκλημα, σε συνδυασμό με την εξυπηρέτηση που έχει ο πολίτης στην Εφορία, την Πολεοδομία, τον Δήμο κ. λπ. συνιστούν την περίφημη καθημερινότητα για την οποία δεν μπορούμε δυστυχώς να πούμε ότι βελτιώθηκε από την παρούσα κυβέρνηση.