ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Διχασμένη η γερμανική κυβέρνηση

Η διάσταση απόψεων σχετικά με την Τουρκία στο εσωτερικό της κυβέρνησης Μεγάλου Συνασπισμού στη Γερμανία έχει κατά καιρούς προβληθεί από τον Τύπο ως δυνάμει αιτία ρήξης. Η «διχόνοια» αποδίδεται στη θετική υπέρ της ενταξιακής πορείας της Αγκυρας τοποθέτηση των Σοσιαλδημοκρατών, και στην εκ διαμέτρου αντίθετη θέση των Χριστιανοδημοκρατών της καγκελαρίου Μέρκελ και των αδελφών Χριστιανοκοινωνιστών του Βαυαρού πρωθυπουργού Εντμουντ Στόιμπερ. Η κ. Μέρκελ προτιμά την «προνομιακή σχέση» αντί της πλήρους ένταξης, έχει όμως δεσμευτεί με τη φράση «pacta servanta sunt», να σεβαστεί τα συμπεφωνημένα μεταξύ Αγκυρας και Βερολίνου επί «ερυθροπράσινων». Ο κ. Στόιμπερ έχει εκφράσει ορθά – κοφτά την αντίθεσή του προς την ενσωμάτωση της Τουρκίας στην Ευρώπη.

Εάν στη συντηρητική παράταξη της Γερμανία έχουν κατά καιρούς αποδοθεί «κρυφοί σκοποί» -εκλογικοί ή σχετικοί με τη γερμανική κοινή γνώμη, αρνητική προς την τουρκική ένταξη- στους Σοσιαλδημοκράτες αποδίδονται «απροκάλυπτες σκοπιμότητες» με τη μορφή της «τουρκικής ψήφου», δηλαδή των 800.000 ψηφοφόρων τουρκικής καταγωγής με γερμανική υπηκοότητα. Προφανώς δεν είναι συμπτωματική η δήλωση υπέρ της άρσης της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων και της πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. του πρώην καγκελαρίου Γκ. Σρέντερ, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του «Αποφάσεις – Η ζωή μου στην πολιτική», χθες στη Βιέννη.

Χθες, εξάλλου, λίγο πριν αρχίσει στις Βρυξέλλες η συζήτηση για την Τουρκία, η διάσταση μεταξύ κυβερνητικών εταίρων -ή σε προσωπικό επίπεδο μεταξύ της καγκελαρίου Μέρκελ και του υπουργού Εξωτερικών Φ. Β. Σταϊνμάγερ- επανήλθε στο προσκήνιο. Τα περί ρήξης διέψευσε στο Βερολίνο ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος Τόμας Στεγκ. Ωστόσο, μάλλον υφίσταται διαφοροποίηση, όχι πλασματική. Λίγο πριν ανακοινωθεί η αναστολή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία επί οκτώ κεφαλαίων, η υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βαυαρίας Εμίλια Μίλερ κάλεσε τον κ. Σταϊνμάγερ, που ζητούσε να μην καταστραφούν σε λίγες στιγμές όσα με κόπους χρόνων επετεύχθησαν, «να μην επιδίδεται σε διακανονισμούς που θυμίζουν παζάρεμα με την Τουρκία».

Η διαφοροποίηση μεταξύ κυβερνητικών εταίρων εκφράζεται και ως «αναπροσανατολισμός της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής». Σε συνέδριο του Ιδρύματος Μεσογειακών Μελετών και του γραφείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Αθήνα, με θέμα τις συνιστώσες της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, η διαφορά θέσεων Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών διατυπώθηκε σαφώς από τον καθηγητή Χάιντς Γιούργκεν Αξτ (έδρα Ζαν Μονέ του Πανεπιστημίου Ντούισμπουργκ) ως αντιδιαστολή μεταξύ της «γεωστρατηγικής προσέγγισης» της Τουρκίας επί Σρέντερ και της «νέας προσέγγισης που έχει ως γνώμονα την εμβάθυνση». Ζητούμενο είναι ο «θεσμικός εξευρωπαϊσμός» της Τουρκίας, η «μεταμόρφωση στο εσωτερικό της, ώστε να μάθει να υπακούει στους νόμους της Ε.Ε.».

Τους τελευταίους τρεις αιώνες η Δύση ασχολείται πρωτίστως με τη «γεωστρατηγική σημασία» της Τουρκίας. Ευχή και ελπίδα τώρα είναι η «εσωτερική της μεταμόρφωση» να συντελεσθεί επιτέλους.