ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στις 10 Ιανουαρίου η συζήτηση του άρθρου 16

Με συμφωνία των δύο μεγάλων κομμάτων, αλλά απόλυτη διαφωνία των κομμάτων της Αριστεράς, ορίστηκε να πραγματοποιηθεί τελικώς στις 10 Ιανουαρίου η συζήτηση επί του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια στην Επιτροπή Αναθεωρήσεως του Συντάγματος.

Κατά τη χθεσινή συνεδρίαση, κατεγράφη η αντίθεση της κυβερνητικής πλειοψηφίας με τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ στην ενότητα «σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας». Επί έξι ώρες, σε χαμηλούς πάντως τόνους, η μεν Ν.Δ. αναλώθηκε στην επιχειρηματολογία ότι πίσω από την πρόταση του ΠΑΣΟΚ υποκρύπτεται, χωρίς να ομολογείται, ο χωρισμός Κράτους – Εκκλησίας, το δε ΠΑΣΟΚ στην υπενθύμιση της ωρίμασης των περιστάσεων για αλλαγές σε ρυθμίσεις, που επανειλημμένως παρουσιάζουν τη χώρα μας κρινόμενη από διεθνείς οργανισμούς, αλλαγές «που απαιτούν απόλυτη ηρεμία, ψυχραιμία και σε καμία περίπτωση σε συγκρουσιακό κλίμα με την Εκκλησία». Μετρώντας προσεκτικά τις εκφράσεις και λόγω πολιτικού κόστους, αλλά και πελατειακών σχέσεων, όπως κατηγόρησε η Αριστερά και τα δύο μεγάλα κόμματα, το ΠΑΣΟΚ ποτέ δεν είπε τη λέξη «χωρισμός» εκτός μόνον του βουλευτή κ. Σ. Κοσμίδη. Οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για κατάργηση της απαγόρευσης του προσηλυτισμού και την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου των πολιτικών προσώπων κρίθηκαν είτε ως «αποτέλεσμα πολιτικής αμηχανίας» από τον υπουργό Εσωτερικών κ. Π. Παυλόπουλο είτε ως «ιδιότυπο σλάλομ της νέας ηγεσίας» από τον γενικό εισηγητή της Ν.Δ. κ. Π. Παναγιωτόπουλο. Από μεγάλη μερίδα κυβερνητικών βουλευτών (Σοφία Βούλτεψη, Χρυσή Καρύδη, Σ. Παπαθεμελής, Ι. Ιωαννίδης, Κ. Τσιπλάκης κ.ά.) έγινε περισσότερο επίκληση των άρρηκτων δεσμών Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, ενώ οι πλέον πραγματιστές, κ. Ν. Δένδιας και Κυρ. Μητσοτάκης, τάχθηκαν υπέρ των τυχόν απαραίτητων αλλαγών μέσω της νομοθετικής οδού και όχι της συνταγματικής αναθεωρήσεως.

Ο ειδικός εισηγητής του ΠΑΣΟΚ κ. Α. Λοβέρδος αναφέρθηκε στις δυσμενείς επιπτώσεις από εκθέσεις διεθνών Οργανισμών -όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης ή το Στέιτ Ντιπάρτμεντ- που κατατάσσουν τη χώρα μας στις προβληματικές στον τομέα αυτό, κυρίως λόγω του αναχρονιστικού πλαισίου του 1938 για τον προσηλυτισμό, και προσδιόρισε ότι το κόμμα του κάνει λόγο για διακριτούς ρόλους Εκκλησίας – Κράτους χωρίς συγκρούσεις. Για το θέμα του όρκου, τέλος, είπε ότι μόνον η Ελλάδα, το Ην. Βασίλειο και η Ιρλανδία έχουν όρκο θρησκευτικού περιεχομένου. Ο κ. Ευ. Βενιζέλος στάθηκε στην ανάγκη της ερμηνευτικής δήλωσης για την επικρατούσα θρησκεία για εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ενώ ο κ. Μ. Παπαϊωάννου έκανε λόγο για διατήρηση αναχρονιστικών διατάξεων, αν δεν αναθεωρηθούν. Δεν έλειψαν πάντως οι πολιτικές αιχμές. Ο κ. Παναγιωτόπουλος κατηγόρησε το ΠΑΣΟΚ ότι η «εκσυγχρονιστική πτέρυγα Σημίτη οδήγησε με την πρακτική της σ’ έναν αντιθρησκευτικό φονταμενταλισμό», ενώ ο κ. Χυτήρης υπενθύμισε ότι ο σημερινός πρωθυπουργός δεν έκανε τίποτε για το θέμα των ταυτοτήτων για τις οποίες υπέγραφε ως αντιπολίτευση. Ο κ. Α. Σκυλλάκος (ΚΚΕ) χαρακτήρισε μεσοβέζικες τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ τασσόμενος υπέρ των «ξεχωριστών ρόλων», ενώ ο κ. Φ. Κουβέλης (ΣΥΝ) υπογράμμισε ότι η σημερινή διαπλοκή των σχέσεων Εκκλησίας – Κράτους δημιουργεί θεσμικές συγχύσεις, αλλά παραμένουν λόγω των πελατειακών σχέσεων των κομμάτων με την Εκκλησία και το εικαζόμενο πολιτικό κόστος.