ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πρώτα Ευρωσύνταγμα και μετά η διεύρυνση

Το παρ’ ολίγον Σύνταγμα της Ενωσης επιστρέφει για να αποτελέσει την αιχμή της νέας προσπάθειας θεσμικής ανασυγκρότησης της Ε. Ε., που εγκαινιάσθηκε στη σύνοδο κορυφής των «25», που ολοκληρώθηκε χθες στις Βρυξέλλες, ενώ τη θέση του στα μετόπισθεν της ευρωπαϊκής φάλαγγας καταλαμβάνει η μέχρι τούδε προπορευόμενη διεύρυνση.

«Για να διατηρηθεί η ικανότητα ολοκλήρωσης της Ε. Ε.» σημειώνεται στο τελικό ανακοινωθέν ή σχέδιο συμπερασμάτων της συνόδου, «οι προσχωρούσες χώρες πρέπει να είναι έτοιμες και ικανές να αναλάβουν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις ενός μέλους της Ενωσης, η δε Ενωση πρέπει να μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά και να αναπτύσσεται».

Αυτό μεταφράζεται αφ’ ενός σε απειλή ότι μετά την αποδοχή της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας κατά παράβασιν περίπου κάθε κριτηρίου που είχε τεθεί, τα υπόλοιπα υποψήφια κράτη θα κρίνονται στο εξής με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα σε ό, τι αφορά την εκπλήρωση των ποικίλων κριτηρίων προσχώρησης. Αφετέρου σημαίνει ότι η Ενωση θα πρέπει να έχει η ίδια ολοκληρώσει τις εσωτερικές θεσμικές διεργασίες της πριν δεχθεί νέα μέλη στους κόλπους της, πιθανότατα στο τέλος της δεκαετίας.

Επί της διαδικασίας, η Γερμανία, η οποία αναλαμβάνει τα ηνία της Ενωσης από την 1η Ιανουαρίου θα παρουσιάσει μετά τις απαραίτητες διαβουλεύσεις με τους «27», πλέον, της Ε. Ε., έκθεση για τις θεσμικές αλλαγές, που απαιτούνται αλλά και για την ακολουθητέα μέθοδο. Αυτό εκ των πραγμάτων επαναφέρει τις συζητήσεις στο παρ’ ολίγον Σύνταγμα της Ενωσης, το οποίο, όπως εξήγησε ο Φινλανδός πρωθυπουργός κ. Μάτι Βανχάνεν, ο οποίος προήδρευσε της συνόδου κορυφής, δεν μπορεί παρά να αποτελέσει έστω και εν μέρει το θεμέλιο του επομένου Βασικού Κειμένου της Ε. Ε., με άλλα λόγια της θεσμικής της ανασυγκρότησης.

Χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση των διαδικασιών αυτών δεν ετέθη επισήμως όμως αν αφετηρία είναι ο Ιανουάριος και η γερμανική προεδρία της Ενωσης, γενική πεποίθηση είναι πως ο τερματισμός θα πρέπει να δοθεί επί γαλλικής προεδρίας στο δεύτερο εξάμηνο του 2008, ώστε να καταστεί δυνατή η προσχώρηση, λίγο αργότερα, της Κροατίας και στη συνέχεια των άλλων υποψηφίων, με άλλα λόγια της Τουρκίας και των υπολοίπων παραγώγων κρατών της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας.

Οσο για το Σύνταγμα, στη σύνοδο η Ισπανία και το Λουξεμβούργο ανακοίνωσαν ότι τα 16 κράτη που έχουν ήδη επικυρώσει τη συνταγματική συνθήκη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, θα έλθουν σε συνεννόηση μεταξύ τους, προφανώς ώστε να εμφανίσουν στις διαπραγματεύσεις που θα διεξαχθούν για το θέμα ως το μέτωπο της συνταγματικής ορθοδοξίας.

Ωστόσο, εμπόδιο που δεν είναι εύκολο να ξεπερασθεί είναι αφ’ ενός η απόρριψη, διά δημοψηφίσματος, του Συντάγματος, στη Γαλλία και στην Ολλανδία την άνοιξη του 2004, αφ’ ετέρου το γεγονός ότι υπάρχουν κράτη, όπως η Βρετανία, στα οποία εξακολουθεί να είναι αδύνατη η επικύρωσή του. Τέλος, υπάρχει και το γεγονός ότι ακόμα και μερικά από τα πλέον νομιμόφρονα κράτη, όπως η ίδια η Γερμανία, απορρίπτουν τώρα ορισμένες από τις βασικότερες πρόνοιές του, όπως η κατάργηση του εθνικού βέτο σε ζητήματα Εσωτερικής Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, την οποία εκτός από το Βερολίνο, απορρίπτουν το Λονδίνο και άλλες πρωτεύουσες. Η περιπέτεια του Συντάγματος ξαναρχίζει λοιπόν. Μένει να φανεί κατά πόσον αυτήν τη φορά θα λάβει αίσιο τέλος.