ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενα μυθιστόρημα για την τηλεοπτική μας δημοκρατία

Ο άλλοτε γενικός διευθυντής της ελληνικής τηλεόρασης, γνωστός δημοσιογράφος Βασίλης Παπαθανασόπουλος, ένας συνάδελφος που ξεκίνησε από την «Καθημερινή» το 1958 και έζησε επί σειρά ετών δίπλα στον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως διευθυντής του Γραφείου Τύπου της Προεδρίας, παρουσιάζει αυτές τις μέρες το καινούργιο βιβλίο του «Περιπέτειες στα κανάλια της διαπλοκής» (εκδόσεις Λιβάνη). Ενα μυθιστόρημα στα όρια της σημερινής τηλεοπτικής δημοκρατίας, όπου ο πρωταγωνιστής και οι κομπάρσοι μοιράζονται προς ίδιον όφελος τους ρόλους, αποσκοπώντας στο μέγιστο δυνατό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κέρδος. Η λέξη διαπλοκή γίνεται κάτι σαν σύνθημα, κάτι που ούτως ή άλλως στοιχειώνει τις διάφορες εκφάνσεις της ζωής όσων εμπλέκονται με τα κοινά. Γίνεται τέλος και περιπέτεια που κάποια στιγμή μπορεί ακόμη και να ολοκληρωθεί με απώλειες, με ανακατατάξεις και με προαγωγές.

Πάνω σ’ αυτή τη λογική της διαρκούς περιπέτειας στα ΜΜΕ πατάει ο συγγραφέας του βιβλίου. Χωρίς φόβους, αλλά με το πάθος μιας δοκιμασμένης ζωής, ανατρέχει με ενάργεια σε συνταρακτικά περιστατικά που μπορεί να κρύβονται πίσω από τη στιλπνή επιφάνεια της μικρής οθόνης. Οταν εκεί βασιλεύουν σκοπιμότητες, μεθοδευμένες συζητήσεις, πολιτικές παρεμβάσεις και έντεχνος διαξιφισμός, ιδίως στα τηλεοπτικά παράθυρα.

Ενδιαφέρουσα η περιγραφή της άγνοιας του «πρωθυπουργού» -στο βιβλίο- στα «δεινά», που επισωρεύει αργότερα η ανεύθυνη τηλεόραση στο κράτος και τους πολίτες. Ιδού το σχετικό απόσπασμα: «Εδειχνε έτοιμος να εκραγεί από συμπυκνωμένη αγανάκτηση. Επέμενε ότι δεν είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο – όπως άλλωστε και το σύνολο του πολιτικού κόσμου. Τότε που η τηλεόραση αθώα -σχεδόν παιδικό παιχνίδι- γλιστρούσε αθόρυβα μέσα από τις χαραμάδες της κρατικής αδιαφορίας. Οταν κάθησε δίπλα στο σαλόνι, πρόθυμη να συμβάλει, να προσφέρει κάποια ανακούφιση στην πλήξη, τη μονοτονία της καθημερινότητας. Τότε που σιγά σιγά, παίρνοντας θάρρος από τη γενική άπνοια, ιδεολογική, πολιτική, πνευματική κάλυψε το κενό, γεφύρωσε με μεγάλα βήματα το χάσμα. Αναδείχθηκε σε συμβουλάτορα κι αργότερα σε αδιαφιλονίκητο ελεγκτή του χθες, του σήμερα, του αύριο. Δεν σταμάτησε εκεί. Προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποκαθιστώντας -όταν μπορούσε- το Κοινοβούλιο και έτσι μεταλλάχθηκε ανεπαισθήτως σε ανεπίσημο βήμα του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Τέλος, από καιρό τώρα, φροντίζει ανελλιπώς να διαμορφώνει την κοινή γνώμη… κατά τη γνώμη της. Αν θελήσει, μπορεί να σε κάνει να κρύβεσαι κάτω από το κρεβάτι σου, όταν ακούς να κατεβαίνουν τα τανκς για να υποδουλώσουν εσένα και την πόλη σου. Ή σε κάνει να ορθώνεις το ανάστημα και να βγαίνεις στους δρόμους με μολότοφ να τ’ αντιμετωπίσεις… Η εξάρτηση είναι τώρα απεριόριστη!

Ο καναλάρχης, βλέποντάς τον να ανακόπτει τον ατέλειωτο μονόλογο σκέφθηκε ότι ήλθε η στιγμή να απαντήσει. Θεώρησε ότι η αγανάκτηση, ο θυμός, τα συναισθήματα πνιγμού που εξωτερίκευε τόσην ώρα ο πρωθυπουργός στην επίθεσή του εναντίον των ΜΜΕ είχαν επιτέλους καταλαγιάσει. Ηξερε τι ακριβώς θα έλεγε. Και με λίγες μόνο φράσεις θα μπορούσε να ανατάξει τις κατηγορίες, τα όσα ειπώθηκαν σε βάρος των καναλιών και των ανθρώπων που τα διευθύνουν. Των «χρυσαετών», όπως αποκαλούσε τους ομοτέχνους του μαζί και τον εαυτό του. Τον προκαλούσε, τον ερέθιζε η ιδέα να βροντοφωνήσει στον πρωθυπουργό ότι ήταν η ανυπαρξία οράματος, η έλλειψη προοπτικής, η απουσία άξιου ηγέτη, αρχηγού ικανού να εμπνέει, να συνεγείρει, να συναρπάζει και να καθοδηγήσει ένα αποκαμωμένο από τις κακουχίες, την απαισιοδοξία κοινωνικό σύνολο στην οδό της ψυχικής και υλικής ανόδου. Οτι αυτή είναι η αιτία που έστρωσε τον δρόμο στην αδιαφιλονίκητη τηλεοπτική κυριαρχία. Και ακόμη, η αποκαρδιωτική ανυποληψία σε διάφορα κυβερνητικά σχήματα και απατηλές εξαγγελίες. Στην ασίγαστη ακόρεστη βουλιμία ορισμένων για ισχύ, για επικράτηση που κατέστησαν την τηλεόραση μήλον της έριδος για τον έλεγχο πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών εξελίξεων στη χώρα… Ο καναλάρχης, απαλλαγμένος από το άγχος μιας δυσάρεστης εμπλοκής με τους άλλους «χρυσαετούς» των καναλιών, ακούμπησε σχεδόν στοργικά το χέρι στον ώμο του φίλου του πρωθυπουργού. Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε με συμπάθεια. Το πρόσωπό του είχε χάσει την προηγούμενη σκληρή έκφραση. Ενα φευγαλέο χαμόγελο ήδη είχε σχηματιστεί. Ενδειξη κάποιας μεταμέλειας για την οξύτητα των επιθέσεών του εναντίον των ΜΜΕ. Θέλοντας να αλλάξει την ατμόσφαιρα που είχε γίνει σχεδόν καταθλιπτική, είπε γελώντας στον καναλάρχη: «Κάποιος ρομαντικός Ανατολίτης έχει παρομοιάσει την τηλεόραση με το μαγικό λυχνάρι του Αλαντίν. Ετοιμη να εκτελέσει κι αυτή ακόμη και τις πιο απίθανες εντολές του αφέντη της. Κοίτα, λοιπόν, να επωφεληθείς όσο κρατάς στα χέρια σου το μαγικό λυχνάρι προτού στο αρπάξει κάποιος άλλος, όπως λόγου χάριν, αυτός που τον αποκαλείτε «πρωταγωνιστή». Ολοκληρώνοντας τη φράση του σηκώθηκε. Εβγαλε ένα διπλωμένο χαρτί και του το έδωσε. Μπήκε στο αυτοκίνητό του κι έφυγε. Ο καναλάρχης τον ακολούθησε με το βλέμμα ώσπου το αυτοκίνητο χάθηκε. Ανοιξε το σημείωμα. Στην επικεφαλίδα έγραφε με κεφαλαία γράμματα «Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΚΑΝΕΙ ΛΑΘΗ ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΦΥΪΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΑ ΔΙΟΡΘΩΝΕΙ. ΤΑ ΣΚΕΠΑΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΛΗΜΜΥΡΙΔΑ. ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΕΝΤΑΧΘΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΟΔΕΥΣΟΥΝ ΣΤΑ ΚΑΝΑΛΙΑ. ΝΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΥΝ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΔΙΝΟΥΝ ΠΟΤΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ». Ακολουθούσε μια σειρά από κανόνες και υποδείξεις. Ρίχνοντας τη ματιά του νόμιζε ότι ο πρωθυπουργός ήθελε να τον θέσει προ των ευθυνών του για τη νέα κλίμακα αξιών που εισηγούνταν στους τηλεανθρώπους. Η άγνωστη προέλευση του κειμένου δεν μείωνε τη σημασία του. Αντίθετα προδιέγραψε τα όσα όφειλαν να εφαρμόσουν οι ασχολούμενοι με την τηλεδημοσιογραφική πράξη. Αφορούσε κυρίως τη μικρή οθόνη. Από την πρώτη σύντομη ανάγνωση γινόταν αντιληπτό ότι αν οι διατάξεις της λίστας έμπαιναν σε γενικότερη χρήση, ένας εφιαλτικός κόσμος ασυναρτησίας και ασυδοσίας θα γέμιζε με δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις το επικοινωνιακό τοπίο».