ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στο τραπέζι μια νέα παραλλαγή του Σχεδίου Ανάν

Μόνο ο «θεός της Ελλάδας» θα μπορούσε να κάνει ένα τέτοιο θαύμα. Τον Δεκέμβριο 2002 στην Κοπεγχάγη, όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έπρεπε να λάβει την πολιτική απόφαση για την ένταξη της Κύπρου, είχε ενώπιόν του την εξής εικόνα: Οι Κ. Σημίτης, Γ. Παπανδρέου και Γλ. Κληρίδης δήλωναν έτοιμοι να υπογράψουν την πρώτη εκδοχή του Σχεδίου Ανάν. Αντιθέτως, η τουρκική πλευρά παρέμενε προσκολημμένη στη θέση ότι το Κυπριακό έχει λυθεί στην πράξη με την εισβολή και την ανακήρυξη του ψευδοκράτους.

Συνειδητοποιώντας ο Ρ. Ντενκτάς ότι η ελληνική πλευρά δεν μπλοφάρει, τίναξε τη διαδικασία στον αέρα. Παρά τις επιφυλάξεις του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν είχε άλλη επιλογή από το να ανάψει το «πράσινο φως». Το ίδιο ακριβώς σκηνικό επανελήφθη και στη Χάγη, λίγο πριν από την υπογραφή στην Αθήνα της συνθήκης για τη Διεύρυνση.

Ο δρόμος για την ένταξη της Κύπρου είχε πια ανοίξει οριστικά. Η τουρκική πλευρά είχε χάσει την ιστορική ευκαιρία να επιτύχει μία συμφέρουσα για την ίδια λύση του Κυπριακού, όταν η ελληνοκυπριακή δεν είχε περιθώρια άρνησης. Οι πιο διορατικές προσωπικότητες στη γειτονική χώρα το είχαν επισημάνει με θλίψη.

Λειτουργικές περιπλοκές

Στους μήνες που ακολούθησαν, ο Τ. Ερντογάν κατάφερε να επιβάλει μια πιο ευέλικτη τακτική. Τον βοήθησε η δέσμευση του προέδρου Μπους ότι η τελική εκδοχή του Σχεδίου Ανάν θα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της Αγκυρας. Οταν τον Φεβρουάριο 2004 ο γενικός γραμματέας εξουσιοδοτήθηκε από τις δύο πλευρές να διαμορφώσει το τελικό σχέδιο, η τουρκική διπλωματία ήταν έτοιμη να πάρει τη ρεβάνς. Η στάση του Κ. Ανάν στη Λουκέρνη επιβεβαίωσε τις πληροφορίες για την αμερικανική μεθόδευση. Αυτή τη φορά, όμως, στο τιμόνι της Κυπριακής Δημοκρατίας βρισκόταν ο Τ. Παπαδόπουλος, ο οποίος, παρά τις ωμές απειλές, δεν υπέκυψε.

Με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η E.E. βρέθηκε σε μια παράδοξη όσο και δυσχερή θέση. Τμήμα μιας χώρας-μέλους κατέχεται από χώρα που είναι υποψήφια προς ένταξη! Αυτό δεν μπορεί να γίνει για πολύ καιρό ανεκτό. Οχι τόσο για λόγους πολιτικής ηθικής όσο γιατί προκύπτουν λειτουργικές περιπλοκές. Περιπλοκές, που φάνηκαν έντονα με την άρνηση της Αγκυρας να εφαρμόσει το πρωτόκολλο τελωνειακής ένωσης, όπως έχει δεσμευθεί. Χωρίς κάποια λύση του Κυπριακού, μετά από ένα σημείο η Τουρκία δεν θα μπορεί να συνεχίσει τις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις. Θέλοντας το 2004 να αποφύγουν αυτές τις δυσάρεστες επιπλοκές, οι Ευρωπαίοι πίεσαν στις παραμονές του δημοψηφίσματος υπέρ του «ναι». Η συντριπτική επικράτηση του «όχι», όμως, δημιούργησε πολιτικό τετελεσμένο.

Η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν είχε ως αποτέλεσμα η ελληνοκυπριακή πλευρά να περάσει στο διπλωματικό πεδίο μία δύσκολη διετία. Πολλές οι πιέσεις κι απειλές για de facto αναγνώριση του ψευδοκράτους. Επί της ουσίας, όμως, δεν υπέστη καμία ανήκεστο βλάβη. Η ένταξη ενίσχυσε τη διαπραγματευτική θέση της Λευκωσίας και κατέστησε εκ των πραγμάτων ανενεργά ορισμένα από τα πολύ αρνητικά σημεία του Σχεδίου Ανάν. Επιπλέον, για πρώτη φορά η Αγκυρα βρίσκεται υπό πίεση. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η Λευκωσία μπορεί για πολύ να παραμείνει οχυρωμένη στις σημερινές θέσεις της.

Η ένταξη έχει και μία άλλη επίπτωση. Εβγαλε οριστικά το Κυπριακό από το ράφι. Μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, η διπλωματική διαδικασία περιέπεσε σε μία ασταθή ακινησία. Το τερατούργημα του λόρδου Χάνεϊ και του Αλβαρο Ντε Σότο μπορεί νομικά να θεωρείται νεκρό, αλλά πολιτικά υφίσταται. Η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, μάλιστα, δεν κρύβουν την πρόθεσή τους να το επαναφέρουν και σ’ αυτό τους διευκολύνει το γεγονός ότι ο πρόεδρος Παπαδόπουλος συνεχίζει να το αποδέχεται ως βάση διαπραγματεύσεων.

Νέα παραλλαγή

Στην πραγματικότητα, από τη Γραμματεία του ΟΗΕ οι Ελληνοκύπριοι δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα καλύτερο. Στα 30 χρόνια των διακοινοτικών συνομιλιών έχει σταδιακά παγιωθεί ένα «διαπραγματευτικό κεκτημένο» που οδηγεί σε παραλλαγές της ίδιας μεταποικιακών προδιαγραφών λύσης.

Τον Απρίλιο 2004 είχαμε προειδοποιήσει ότι η αμυντική διπλωματική διαχείριση του «όχι» θα ανοίξει αργά ή γρήγορα τον δρόμο για την επιβολή μιας παραλλαγής του Σχεδίου Ανάν. Η προσπάθεια της Κομισιόν να διασυνδέσει τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της Τουρκίας με τη λύση του Κυπριακού αντανακλά αυτήν ακριβώς την πρόθεση του άξονα Ουάσιγκτον – Λονδίνου.

Η απαλοιφή της εν λόγω αναφοράς από την απόφαση των «25» έχει πολιτική σημασία, αλλά δεν ακυρώνει το εγχείρημα. Οπως φάνηκε κι από τη μονομερή δήλωση της φινλανδικής προεδρίας κι από τα όσα σχετικά είπε η Α. Μέρκελ, η εν λόγω διασύνδεση πολιτικά υφίσταται για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαίων. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού θα δρομολογηθεί άμεσα και θα είναι ιδιαιτέρως πιεστική. Στο τραπέζι, μάλιστα, θα τεθεί μία νέα παραλλαγή του Σχεδίου Ανάν.

Η Λευκωσία πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι το διπλωματικό κατενάτσιο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε εθνική ήττα. Είναι πολύ ωραίο για να είναι αληθινό ότι μέσω της ένταξης στην Ε.Ε. θα επιστρέψουμε κατά μία έννοια στο καθεστώς της Ζυρίχης. Αυτό που θα συμβεί είναι ότι θα ασκηθούν ασφυκτικές πιέσεις για να επιβληθεί μια παραλλαγή του Σχεδίου Ανάν.

Εάν αυτό δεν καταστεί δυνατόν, πιθανότατα τα πράγματα θα ωθηθούν προς κάποιου είδους αναγνώριση του ψευδοκράτους, η οποία θα νομιμοποιήσει κι οριστικοποιήσει την υφιστάμενη δυσμενή διχοτόμηση. Αυτήν τη φορά, έχοντας και την πείρα του 2004, ο αμερικανοβρετανικός παράγοντας είναι πιο προετοιμασμένος και πιθανόν να αποδειχθεί πιο αποτελεσματικός. Για να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη και να προσανατολίσει τη διαπραγματευτική διαδικασία προς μία βιώσιμη ευρωπαϊκών προδιαγραφών λύση, πρέπει η Λευκωσία να προχωρήσει σε μία στρατηγική αναθεώρηση. Κριτήριό της πρέπει να είναι η ορθολογική θεώρηση της συλλογικής ασφάλειας και ευημερίας του κυπριακού Ελληνισμού, ο οποίος ψήφισε «όχι» για λόγους αυτοσυντήρησης. Μία αναθεώρηση, βεβαίως, η οποία πρέπει να συνυπολογίζει τα θεμιτά συμφέροντα και των Τουρκοκυπρίων.

Βιώσιμη λύση

Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η ελληνοκυπριακή πολιτική ελίτ να απεγκλωβισθεί από τα στερεότυπα τριών δεκαετιών, που συντηρούν τις ψευδαισθήσεις της. Πρέπει να προσεγγίσει το πρόβλημα από μηδενική βάση, κοιτάζοντας κατάματα την πραγματικότητα. Το 76% δίνει ακόμα τη δυνατότητα για να αλλάξει το πλαίσιο αναζήτησης λύσης.

Η συμβίωση των δύο κοινοτήτων έχει νόημα μόνο με όρους μιας πραγματικής ομοσπονδίας, χωρίς εσωτερικούς φραγμούς και παρεμβατικά δικαιώματα. Η Αγκυρα και οι Τουρκοκύπριοι αποδέχονται τον τίτλο της ομοσπονδίας, αλλά δεν επιθυμούν έναν τέτοιο «γάμο», γεγονός που καθιστά αυτό το ενδεχόμενο μη ρεαλιστικό. Μία νέα προσέγγιση για την εξεύρεση βιώσιμης λύσης πρέπει να εκκινήσει από τα βασικά «θέλω» και των δύο πλευρών. Η ένταξη στην Ε.Ε. δίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα ενός τέτοιου συμβιβασμού, που ταυτοχρόνως θα στερεί από την Αγκυρα κάθε έρεισμα για την παραμονή της στη Μεγαλόνησο. Εάν η Λευκωσία αλλάξει το παραδοσιακό πεδίο αναζήτησης λύσης και προσανατολισθεί προς μια τέτοια κατεύθυνση, θα έχει έτσι κι αλλιώς να κερδίσει. Ακόμα κι αν το μετακεμαλικό καθεστώς τορπιλίσει τελικώς την προσπάθεια, οι πιέσεις θα στραφούν προς τη δική του πλευρά. Οσο είναι ακόμα καιρός, η ελληνοκυπριακή και η ελλαδική πολιτική ελίτ πρέπει να αρχίσουν αυτήν τη συζήτηση.