ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΑΝΑΛΥΣΗ

Οι Ελληνες επιχειρηματίες, που εδώ και χρόνια «κάνουν δουλειές» στα Βαλκάνια, θεωρούν την ένταξη, από την προσεχή Δευτέρα, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση μια ευοίωνη εξέλιξη, που θα ενισχύσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας στην περιοχή.

Οχι μόνο, δηλαδή, δεν ανησυχούν για το μέλλον των ελληνικών επενδύσεων στις δύο χώρες, αλλά αντίθετα πιστεύουν ότι το γεγονός πως η Ρουμανία και η Βουλγαρία είναι πλέον εταίροι μας στη μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά των 485 εκατ., δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για περαιτέρω ανάπτυξη των οικονομικών, και όχι μόνο, σχέσεών τους με την Ελλάδα.

Η αισιοδοξία αυτή στηρίζεται πρώτον, στη σταδιακή εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στα δύο νέα μέλη της Ε.Ε., πράγμα που σημαίνει ότι θα διαμορφώνονται βαθμηδόν σταθεροί κανόνες διαφάνειας στις διεθνείς συναλλαγές τους. Βέβαια, είναι δεδομένο ότι και στις δύο χώρες, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, επεκράτησε στην οικονομία ένας φιλελευθερισμός, ενίοτε άγριος και άκρατος, ο οποίος διευκόλυνε τις ελληνικές επενδύσεις τόσο στην ντόπια βιομηχανία όσο και κυρίως στις τράπεζες, που με τις αποκρατικοποιήσεις περιήλθαν στον έλεγχο των ξένων, σε ποσοστό 80% στη Ρουμανία και 90% στη Βουλγαρία.

Παρά ταύτα, όμως, η απίθανη έκταση της διαφθοράς και η κυριαρχία της μαφίας στα δίκτυα διακίνησης εμπορευμάτων κ.λπ. αποτελούσαν εμπόδια για τις ελληνικές επιχειρήσεις, που πλήρωναν λύτρα προστασίας. Ενας εξάλλου, λόγος που η Ε.Ε. δεν είχε κάνει ενωρίτερα μέλη της τις δύο χώρες ήταν ακριβώς η μεγάλη διαφθορά. Συνεπώς, τώρα, οι Ελληνες επιχειρηματίες μπορούν να ελπίζουν ότι το κόστος λειτουργίας των μονάδων τους στις δύο αυτές χώρες θα βαίνει μειούμενο, γεγονός που θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των επενδύσεών τους.

Ο δεύτερος λόγος που δικαιολογεί την αισιοδοξία των Ελλήνων επιχειρηματιών είναι ότι οι γεωπολιτικές συνθήκες στην περιοχή (γειτονία, ελληνικά λιμάνια κ.λπ.) παραμένουν ευνοϊκές για τη χώρα μας, η παρουσία της οποίας διατηρείται ισχυρή πέραν της Βουλγαρίας και Ρουμανίας και στην ευρύτερη περιοχή των δυτικών Βαλκανίων.

Αλλωστε, ο δυναμισμός που υπάρχει στο εμπόριό μας με τις δύο χώρες δείχνει ότι η ελληνική οικονομία είναι συμπληρωματική γι’ αυτές. Π.χ., στο πρώτο εννεάμηνο εφέτος, οι συνολικές ελληνικές εξαγωγές προς όλο τον κόσμο αυξήθηκαν κατά 20,2% σε ευρώ. Την ίδια περίοδο, προς τη Βουλγαρία αυξήθηκαν κατά 31,9% και προς τη Ρουμανία κατά 47,1%. Και κατά 90% οι εξαγωγές μας αφορούν βιομηχανικά προϊόντα.

Κάποιοι απαισιόδοξοι διατείνονται ότι τώρα, μετά την ένταξή τους στην Ε.Ε., η Βουλγαρία και η Ρουμανία δεν θα μας έχουν ανάγκη, θα στραφούν προς τους ισχυρούς, δηλαδή τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και θα μας γυρίσουν την πλάτη. Λάθος!

Η βαλκανική εποποιία της ελληνικής επιχειρηματικότητας (3.500 ελληνικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην περιοχή και τουλάχιστον 1.000 τραπεζικά καταστήματα) πραγματοποιήθηκε μέσα σε συνθήκες οξύτατου ανταγωνισμού προς τους άλλους Ευρωπαίους. Δεν ήταν ποτέ έρημες χώρες, ούτε η Βουλγαρία ούτε η Ρουμανία, και όταν ξεχύθηκαν στην περιοχή οι ελληνικές επιχειρήσεις βρήκαν εκεί τόσο τους Γερμανούς (πρώτοι σε επενδύσεις) όσο και τους Αυστριακούς, τους Γάλλους, τους Ιταλούς κ.λπ.

Οπως, λοιπόν, στο παρελθόν έτσι και μέσα στις καλύτερες συνθήκες του μέλλοντος, η ελληνική επιχειρηματικότητα, αν βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της (και εδώ ο ρόλος του ελληνικού κράτους θα αποδειχθεί σημαντικός), θα μπορέσει να αναπτύξει τη δραστηριότητά της στα Βαλκάνια.