ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Διαπιστωμένες ελλείψεις στην ΕΛ.ΑΣ.

«Το τελευταίο 24ωρο κατεγράφησαν 7 περιστατικά εγκληματικότητας σε ολόκληρη τη χώρα. Τις τελευταίες ημέρες ο αριθμός συμβάντων δεν είναι αυξημένος. Βιώνουμε όμως μια επικοινωνιακή καταιγίδα σε σχέση με την εγκληματικότητα». Με τα λόγια αυτά, ανώτατος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. σχολίαζε χθες τη μεγάλη δημοσιότητα που δόθηκε τις τελευταίες ημέρες σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την εγκληματικότητα. Μπορεί ο αριθμός των συμβάντων να μην ήταν αυξημένος, ωστόσο, αυτό που σίγουρα προκαλεί το δημόσιο αίσθημα είναι η πρωτοφανής θρασύτητα με την οποία δρουν πλέον οι κακοποιοί, θρασύτητα που ενισχύει την εγκληματοφοβία των πολιτών.

Οταν οι κακοποιοί εισβάλλουν μέσα σε σπίτια, κρατούν τους ενοίκους αιχμαλώτους, παίρνουν ό,τι θέλουν και φεύγουν όταν εκείνοι το αποφασίζουν, σίγουρα υπάρχει πρόβλημα. Η θρασύτητα των δραστών δεν είναι άσχετη με το επίπεδο αστυνόμευσης. Οταν η παρουσία αστυνομικών είναι ανύπαρκτη, όταν η εμφανής αστυνόμευση δείχνει να έχει εκπέσει από μέτρο πρόληψης του εγκλήματος και ενίσχυσης του αισθήματος ασφαλείας των πολιτών, σε αναφορά «στα χαρτιά», όταν αναβιώνουν εικόνες πολιτών με τα όπλα στα χέρια, τότε, παρά την όποια επικοινωνιακή υπερβολή, διαπιστωμένα υπάρχει πρόβλημα. Υπάρχει πρόβλημα σε μια αστυνομία, η οποία μοιάζει με «ξέφραγο αμπέλι». Πώς αλλιώς να χαρακτηρισθεί ένα Σώμα, όταν διοχετεύεται εκ των έσω σε τηλεοπτικό σταθμό βίντεο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Διεύθυνσης Μεταγωγών, στο οποίο φαίνεται η ομαδική απόδραση, προ εβδομάδων, αλλοδαπών κρατουμένων;

Η «Κ» έχει πολλές φορές αναφερθεί στο μεγάλο έλλειμμα αστυνόμευσης και στις συνέπειες που αυτό επιφέρει στην καθημερινότητα των πολιτών. Η αναφορά στο θέμα για μια ακόμη φορά δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να αποδοθεί σε ευκαιριακή εκμετάλλευση της επικαιρότητας. Τα κενά στις αστυνομικές υπηρεσίες, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης με το καθημερινό έγκλημα, επίσης έχουν πολλάκις αναφερθεί. Επισήμως, με βάση το προσωπικό που διαθέτει η ΕΛ.ΑΣ., υπολογίζονται σε περίπου 3.500 οι ελλείψεις, ώστε να μπορεί να πληρωθεί απόλυτα το οργανόγραμμα των υπηρεσιών.

Στην πραγματικότητα, οι ελλείψεις είναι πολύ μεγαλύτερες στις νευραλγικές υπηρεσίες. Στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, με προβλεπόμενη οργανική δύναμη περίπου τις 20.000, η υπάρχουσα δύναμη είναι κάτω από 17.000 και σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται και οι αποσπασμένοι αστυνομικοί σε άλλες υπηρεσίες. Τα Αστυνομικά Τμήματα υπολειτουργούν και το προσωπικό πλεονάζει σε υπηρεσίες όπως η Ασφάλεια Επισήμων, η Ασφάλεια Βουλής, η ΕΥΠ, όπου τοποθετούνται με αποσπάσεις όσοι έχουν το κατάλληλο μέσο. Ενα Αστυνομικό Τμήμα, προκειμένου να λειτουργήσει σωστά, θα πρέπει να έχει δυναμικό τουλάχιστον 40 αστυνομικούς. Κατά κανόνα, με εξαίρεση ελάχιστα Τμήματα, τα υπόλοιπα είναι υποστελεχωμένα, με τη διαθέσιμη δύναμή τους σπανίως να υπερβαίνει τους 20 αστυνομικούς.

Την ίδια στιγμή, εκείνοι στους οποίους έχει διατεθεί προσωπική αστυνομική φύλαξη, δείχνουν να έχουν κατοχυρώσει το προνόμιό τους. Από τους περίπου 3.000 αστυνομικούς, που διατίθενται για την προστασία προσώπων, με τον αριθμό τους να ανεβαίνει περίπου στις 5.000 αν συνυπολογιστούν οι δυνάμεις που διατίθενται για τη φύλαξη υποδομών που θεωρούνται στόχοι, μόλις 300 έχουν αποσυρθεί.

Η έλλειψη της εμφανούς αστυνόμευσης και τα αρνητικά συνακόλουθα δείχνουν να έχουν γίνει αντιληπτά από την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. Τις επόμενες ημέρες θα υλοποιηθεί μια νέα δράση για να ενισχυθεί η εμφανής αστυνόμευση. Οι Κινητές Αστυνομικές Μονάδες, τα «βανάκια» που έχουν διαμορφωθεί ως κινητά Αστυνομικά Τμήματα, στελεχωμένα με 4 αστυνομικούς το καθένα, θα κάνουν την εμφάνισή τους σε κεντρικά σημεία των Αθηνών (3) και από ένα σε Πειραιά και Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα, στις αρχές του χρόνου αναμένονται οι περιπολίες με δίκυκλα μικρού κυβισμού σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, αλλά και η επανεμφάνιση πεζών περιπολιών, με 1.100 ζεύγη αστυνομικών να βγαίνουν στους δρόμους.