ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δυσαρέσκεια, ρεαλισμός στις σχέσεις με τη Δύση

Οι παραδοσιακοί δεσμοί με τη Δύση δεν κινδύνευαν με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στο πηδάλιο της χώρας. Αυτή ήταν η εκτίμηση των Βρετανών διπλωματών στην ελληνική πρωτεύουσα σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας. Από την άλλη μεριά, όμως, εκτιμούσαν ότι η κυβέρνηση υπό την πίεση της κοινής γνώμης, επιδίωκε τη μεγαλύτερη ανεξαρτητοποίηση στις σχέσεις με τις ΗΠΑ.

«Οι περισσότεροι Ελληνες πιστεύουν ότι η συμπόρευση με τη Δύση θα πρέπει να εκδηλώνεται περισσότερο μέσα στους κόλπους της ΕΟΚ και όχι με τη συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ», παρατηρεί στην έκθεση τής 14ης Ιουλίου 1976, ο Μπρουκς Ρίτσαρντς. Οπως σημειώνει ο Βρετανός πρέσβης τη χρονιά εκείνη ένα σοβαρό ζήτημα τριβής της κυβέρνησης με τα κόμματα της κεντροαριστεράς ήταν «ο βαθμός της απεξάρτησης από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ» (14 Ιουλίου 1976, FCΟ9/2399).

Η αντιπολίτευση

Εφόσον ο Καραμανλής διατηρούσε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και συνέχιζε να κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή δεν υπήρχε περίπτωση μιας ριζικής αναθεώρησης της πολιτικής έναντι της Δύσης. «Επιπλέον σχεδόν όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιλαμβάνονται την ανάγκη για συνεχή πολιτική και στρατιωτική σχέση με τη Δύση, συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ μέχρι κάποιο βαθμό», σημειώνει ο Ρίτσαρντς. Επομένως, κατά τον Βρετανό πρέσβη, δεν υπήρχε κίνδυνος αλλαγής πορείας, που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε νέες συμμαχίες. Θα έπρεπε όμως να ληφθούν υπόψη ορισμένοι παράγοντες, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις σχέσεις με τη Δύση. Γράφει ο Ρίτσαρντς:

«Η πανωλεθρία στην Κύπρο συνιστά σοβαρότατο πλήγμα για την ελληνική υπερηφάνεια. Αυτή την περίοδο στην κοινή γνώμη επικρατεί κλίμα απογοήτευσης, που συνοδεύεται όμως από ρεαλισμό. Η κυβέρνηση από την πλευρά της επιδιώκει να απομακρύνει το πρόβλημα (Κυπριακό). Η Δύση ακόμη θεωρείται εν μέρει υπεύθυνη για την κατάσταση στην Κύπρο. Οι διαδηλώσεις κατά της Βρετανίας δεν είχαν μεγάλη διάρκεια και έκταση, όπως ο αντιαμερικανισμός που επικρατεί στη χώρα, όταν εκδηλώθηκαν, όμως, ήταν έντονες. Τα άλλα ελληνοτουρκικά προβλήματα και οι διαφορές στο Αιγαίο δεν φαίνεται να επιλύονται και η Τουρκία παραμένει ανυποχώρητη παρά τα διαβήματα της Δύσης. Τα αισθήματα των Ελλήνων είναι ευμετάβλητα και υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις, που μπορούν να τα διεγείρουν. Ακόμη σήμερα ορισμένοι Ελληνες δηλώνουν με βεβαιότητα ότι η τελική λύση είναι ο πόλεμος με την Τουρκία. Ποια όμως θα είναι η λύση αυτή δεν λένε» (14 Ιουλίου 1976, FCΟ9/2399).

Θα έπρεπε λοιπόν για τη διατήρηση της πολιτικής και στρατιωτικής επιρροής της Δύσης στην Ελλάδα, και δεδομένης της αδυναμίας να σημειωθεί πρόοδος στις συνομιλίες για επίλυση του Κυπριακού και για γεφύρωση των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Αιγαίο, η προσοχή των δυτικών κυβερνήσεων να επικεντρωνόταν στις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. Η επιτυχής κατάληξη των διαπραγματεύσεων αυτών θα συνέβαλε στην αποτροπή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, στην υποχώρηση των αντιαμερικανικών αισθημάτων και στην επάνοδο της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Επισημαίνει ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα:

«Αυτά νομίζω είχε στο μυαλό του ο Καραμανλής, όταν πρόσφατα υπογράμμισε στη Βουλή (12 Ιουνίου 1976, συζήτηση για την πορεία της χώρας) ότι η ένταξη στην Κοινότητα διασφαλίζει τη Δημοκρατία. Ο Κ. Καραμανλής ποτέ δεν έκρυψε το γεγονός ότι θεωρεί τα πολιτικά οφέλη από την ένταξη υψίστης σημασίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πιστεύει πως η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα καταστεί ο τελικός φραγμός στις παρεμβάσεις του στρατού στην πολιτική ζωή ενώ παράλληλα θα γίνει ασπίδα προστασίας στις τουρκικές πιέσεις».

Για τους πιο πάνω λόγους ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα συνιστούσε την υποστήριξη του Φόρεϊν Οφις στην ελληνική αίτηση για ένταξη. Η πορεία όμως προς την ΕΟΚ θα ήταν δύσκολη και θα έπρεπε να ληφθούν σκληρές αποφάσεις για την προσαρμογή της χώρας στα κοινοτικά δεδομένα. Υπήρχαν σοβαρά προβλήματα στην παιδεία -«το επίπεδο της εκπαίδευσης είναι χαμηλό»- και στη δημόσια διοίκηση -«μια κρούστα διανοουμένων, εκπαιδευμένων στο εξωτερικό, καλύπτει ένα βούρκο βαλκανικής και λεβαντίνικης ανικανότητας». Στα συνδικάτα κυριαρχούσε νοοτροπία που θύμιζε Βυζάντιο -«με αποτέλεσμα να εξωθούνται στον έλεγχο της Αριστεράς». Και καταλήγει ο Μπρουκς Ρίτσαρντς:

Πανάκεια η ΕΟΚ

«Ο Καραμανλής και οι στενοί του συνεργάτες έχουν «πουλήσει» υπερβολικά την ιδέα της ΕΟΚ ως πανάκεια για την επίλυση των προβλημάτων της χώρας και είναι πιθανό να υπάρξουν έντονες αντιδράσεις, όταν οι συνέπειες της ένταξης γίνουν περισσότερο σαφείς. Η Δημοκρατία στην Ελλάδα παραμένει ένα λεπτεπίλεπτο φυτό και η κοινοβουλευτική διακυβέρνηση συχνά στη νεώτερη ελληνική ιστορία ανακόπηκε ή εγκαταλείφθηκε με αποτέλεσμα οι συνέπειες να είναι καταθλιπτικές. Είναι συνεπώς σημαντικό, ενώ συνεχίζουμε να δίνουμε στην Τουρκία τη σημασία που της αρμόζει και να καταβάλλουμε προσπάθειες, που να ενθαρρύνουν τον προσανατολισμό της χώρας αυτής προς τη Δύση, παράλληλα να μη θεωρούμε την ελληνική επιδεκτικότητα ως δεδομένη. Οσο είναι πρακτικό από πολιτική και οικονομική άποψη θα πρέπει να βοηθήσουμε τον Καραμανλή να σημειώσει σταθερή, αν όχι θεαματική πρόοδο, στις προσπάθειες για ένταξη στην ΕΟΚ. Αν οι σχέσεις με τη Δύση «ξινίσουν», η Ελλάδα ίσως ξεφύγει στον έλεγχο του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, ή να υπάρξει επέμβαση του Στρατού, θα έχει όμως καταδικαστεί σε μία κατάσταση πραγμάτων που δεν θα εξυπηρετεί ούτε την ίδια αλλά ούτε και τους συμμάχους της» (14 Ιουλίου 1976, FCO9/2399).