ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Αγκυρα δεν ήθελε Σύμφωνο μη Επίθεσης

Η πρόταση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τον Απρίλιο του 1976, να συναφθεί μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας Σύμφωνο μη Επιθέσεως, δεν έγινε αποδεκτή από την Αγκυρα. Αντίθετα, επακολούθησε η προκλητική αποστολή του τουρκικού ωκεανογραφικού σκάφους «Σισμίκ» για παράνομες έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Τον Μάιο του ιδίου έτους, ο Βρετανός πρέσβης στην Αγκυρα, Οράτιος Φίλιπς, συναντήθηκε με τον γενικό διευθυντή του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών.

«Ρώτησα τον Τεζέλ να μου πει ποια είναι η θέση της τουρκικής κυβέρνησης στην πρόσφατη πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης για τη σύναψη Συμφώνου μη Επιθέσεως. Είχα συμπεράνει από τις δηλώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών ότι οι πρώτες αντιδράσεις, μολονότι ήταν επιφυλακτικές, από την άλλη μεριά δεν ήταν αρνητικές», γράφει ο Φίλιπς προς τον Αλαν Γκούντισον της Διεύθυνσης Νοτίου Ευρώπης.

Ο Τούρκος αξιωματούχος υπογραμμίζει ότι κατ’ αρχάς «θα έπρεπε να υπάρξει κάποια συμφωνία ανάμεσα στις δύο χώρες», αλλά αυτό που είχε σημασία ήταν «ο τρόπος που θα γινόταν η συμφωνία αυτή». Ο Τεζέλ όμως θεωρούσε ότι θα ήταν «παράξενο» δύο σύμμαχες χώρες, μέλη του ΝΑΤΟ, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία, να υπέγραφαν Σύμφωνο μη Επιθέσεως. Κατά τον γενικό διευθυντή του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών «η πρόταση Καραμανλή υπονοεί την ύπαρξη επιθετικής πρόθεσης σε μία από τις δύο χώρες».

Ο Τούρκος αξιωματούχος σπεύδει να διαβεβαιώσει τον Βρετανό πρέσβη ότι «η Τουρκία δεν έχει καμία επιθετική πρόθεση» και του υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα ήταν που το καλοκαίρι του 1974 είχε αποφασίσει την επιστράτευση και ότι από τότε είχε προχωρήσει στη στρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, που ήταν κοντά στις τουρκικές ακτές. Σημειώνει ο Φίλιπς:

«Στο σημείο αυτό της συνομιλίας μας του επεσήμανα ότι δεν θα πρέπει να τον εκπλήσσει η απόφαση αυτή αν λάβει υπόψη τις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Κύπρο».

Στη συνάντηση εκείνη, ο Τεζέλ αποκάλυψε στον Βρετανό πρέσβη στην Αγκυρα ότι η Τουρκία είχε ζητήσει από την Αθήνα «να αναπτύξει λεπτομερώς την πρότασή της για το Σύμφωνο μη Επιθέσεως».

Ποια θα ήταν τα οφέλη από μια τέτοια συμφωνία; Ποιοι ήταν οι μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι; Επεδίωκε η Αθήνα τη σύναψη της συμφωνίας πριν ή μετά την επίλυση των διμερών προβλημάτων; Αν το Σύμφωνο μη Επιθέσεως γινόταν αποδεκτό πριν από την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, τότε υπήρχε κίνδυνος να δημιουργηθεί «ένα κλίμα αλληλοκατηγοριών, τα προβλήματα να παραμείνουν άλυτα και να αυξηθεί η ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών» (4 Μαΐου 1976, FCO9/2397).