ΠΟΛΙΤΙΚΗ

H ανταλλαγή επιστολών Καραμανλή και Ντεμιρέλ

Στην Κύπρο οι συνομιλίες ανάμεσα στους εκπροσώπους των δύο κοινοτήτων επαναλήφθηκαν το 1975. Στον πέμπτο γύρο των συνομιλιών που έγινε στη Βιέννη τον Φεβρουάριο του 1976 συμφωνήθηκε ότι έπρεπε να γίνει ανταλλαγή γραπτών προτάσεων πάνω στην εδαφική και συνταγματική πτυχή του κυπριακού προβλήματος, οι οποίες θα έπρεπε να επιδοθούν στον τότε ειδικό αντιπρόσωπο του γ.γ. των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο Χαβιέ Πέρεζ ντε Κουεγιάρ. Η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέβαλε λεπτομερείς προτάσεις, ζητώντας την επιστροφή των κατεχομένων εδαφών στους νόμιμους κατοίκους τους. Οι τουρκοκυπριακές προτάσεις προνοούσαν τη συνέχιση της διχοτόμησης της Κύπρου.

Στις 12 Μαΐου, ο Ελληνας πρέσβης στο Λονδίνο Σταύρος Ρούσσος ενημερώνει το Φόρεϊν Οφις για την ανταλλαγή επιστολών Ντεμιρέλ – Καραμανλή μετά την πρόταση του τελευταίου για την υπογραφή συμφώνου μη επιθέσεως (συνάντηση με τον Κάμπελ της Διεύθυνσης Νοτίου Ευρώπης) (14 Μαΐου 1976, FCO9/2397).

O Ρούσσος πληροφορεί τον Κάμπελ ότι στο περιθώριο της διυπουργικής συνόδου του ΝΑΤΟ στο Οσλο (20-21 Μαΐου) είχε συμφωνηθεί ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Δημήτριος Μπίτσιος να συναντηθεί με τον Τούρκο ομόλογό του Ιχσάν Σαμπρί Τσαγλαγιανγκίλ.

Ενα από τα θέματα που θα απασχολούσαν τους δύο υπουργούς θα ήταν και το Κυπριακό.

Ο Ελληνας πρέσβης επισημαίνει ότι υπήρχε αδιέξοδο στις διακοινοτικές συνομιλίες και ότι ο γ.γ. του ΟΗΕ Κουρτ Βαλντχάιμ περίμενε μεγαλύτερη υποστήριξη από τους Εννιά (ΕΟΚ) και από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. «Η Βρετανία θα μπορούσε να παίξει ένα ουσιαστικό ρόλο στην άρση του αδιεξόδου λόγω της ειδικής θέσης που κατέχει» υπογραμμίζει ο Σταύρος Ρούσσος.

Διαβάζουμε στην αναφορά της Διεύθυνσης Νοτίου Ευρώπης: «Ο Κάμπελ ανέφερε ότι κατά τη γνώμη του πάντα υπήρχε το ερωτηματικό για τη βούληση της τουρκικής κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει την επιρροή της για να καταστεί δυνατός ένας διακανονισμός. Από την άλλη πλευρά, καμιά φορά προκύπτουν ερωτηματικά για τη συμπεριφορά του προέδρου Μακαρίου. Ορισμένες φορές έχουμε την εντύπωση ότι είναι πρόθυμος να αρχίσει ειλικρινείς διαπραγματεύσεις και άλλες φορές έχουμε αναρωτηθεί αν υποστηρίζει απόλυτα τον Κληρίδη. Ο Ρούσσος είπε ότι κανένας δεν γνωρίζει τι ακριβώς σκέπτονται ο Ντεμιρέλ και ο Μακάριος, διερωτήθηκε όμως ποια πλευρά εξυπηρετεί η παγίωση της σημερινής κατάστασης. Η ελληνική κυβέρνηση αποδέχεται πλήρως την προειδοποίηση της Βρετανίας ότι η παρέλευση του χρόνου δεν είναι υπέρ των Ελλήνων. Αν οι όροι για την επανάληψη των συνομιλιών ήταν ανεκτικοί, ο πρόεδρος Μακάριος δεν επρόκειτο να υπαναχωρήσει και θα παρέμενε προσκολλημένος στη συμφωνία του Ελσίνκι, διαφορετικά υπήρχε περίπτωση να αλλάξει γνώμη. Ισως ο Μακάριος επανελάμβανε τα παλαιά λάθη αν η τουρκική κυβέρνηση δεν επέτρεπε την άρση του σημερινού αδιεξόδου. Ο Ρούσσος έχει την εντύπωση ότι εισερχόμεθα σε μια περίοδο της τελευταίας ευκαιρίας. Θα πρέπει να επωφεληθούμε πριν ο Αρχιεπίσκοπος υπερκερασθεί από τα εξτρεμιστικά στοιχεία. Η απομάκρυνση του Κληρίδη ήταν ίσως μια πρόγευση της κατάστασης που μπορεί να δημιουργηθεί».

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1976, ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα Μπρουκς Ρίτσαρντς έχει τηλεφωνική συνομιλία με τον νεοδιορισθέντα γ.γ. του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών Βύρωνα Θεοδωρόπουλο. Ο Θεοδωρόπουλος αναφέρει ότι η γραμμή που ακολουθεί ο Μακάριος -τον οποίο χαρακτήρισε ως «τον πλέον δυσνόητο ηγέτη με τον οποίο ποτέ είχε δοσοληψίες»- εκφράζοντας την προθυμία του να συζητήσει ένα διακανονισμό μόλις υπήρχαν ουσιαστικές προτάσεις (π.χ. στο εδαφικό), φαίνεται να αποδέχεται μία στάση αρκετά λογική. Ηταν πολύ δύσκολο για την Ελλάδα να κάνει τίποτα περισσότερο από το να συμβάλλει ώστε να υπάρξει ένας διακανονισμός ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Ο Θεοδωρόπουλος δεν ανέμενε να γίνει κάποια κίνηση στο Κυπριακό πριν από τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών στην Τουρκία. Ηταν αμφίβολο αν η νέα κυβέρνηση που θα προέκυπτε από τις εκλογές αυτές θα ήταν περισσότερο ισχυρή η ικανή να κάνει κάποιο βήμα (8 Δεκεμβρίου1976, FCO9/2397).