ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σύνταγμα: η αναθεώρηση, της μη αναθεώρησης

Το ζήτημα της νέας συνταγματικής αναθεώρησης ήρθε και πάλι στο προσκήνιο χωρίς να έχουν εξηγηθεί στο ευρύ κοινό οι πραγματικές αιτίες που την προκαλούν. Υπάρχουν άραγε και είναι τέτοιας σοβαρότητας που να χρειάζεται νέα αναθεώρηση; Ας μου επιτραπεί να εκφράσω αμφιβολίες. Και απόδειξη είναι ότι λίγοι φαίνεται να έχουν την αίσθηση ότι το Σύνταγμα πρέπει να αναθεωρηθεί εκ νέου.

Εχει ξεκινήσει μια κακή πρακτική, γιατί με το Σύνταγμα δεν πρέπει να παίζουμε ούτε να το μεταχειριζόμαστε ως νόμο. Και είναι δυστυχώς αλήθεια ότι τόσο η αναθεώρηση του 2001, οπωσδήποτε δε αυτή που τώρα επιχειρείται, γίνεται χωρίς ικανό λόγο αλλά προκαλεί μια μεγάλη βλάβη: Την υποβάθμιση του Συντάγματος ως πολιτειακού καταστατικού χάρτη στη λαϊκή συνείδηση. Η συμβολική αξία του Συντάγματος είναι μεγάλη. Θα θυμίσω ότι ολόκληρη γενιά βαφτίστηκε με άρθρο του Συντάγματος: Η γενιά του 114 της τότε ακροτελεύτιας διάταξης του Συντάγματος, που καλούσε τους πολίτες να το υπερασπιστούν.

Η αναθεώρηση του 1986 ήταν δικαιολογημένη και έγινε κατά παραδειγματικό τρόπο, διότι άλλαξε τη μορφή του πολιτεύματος. Ηταν και λιτή, αφού περιοριζόταν στον επαναπροσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Αντίθετα, με την αναθεώρηση του 2001 ανοίγει ένας κύκλος μη επιβεβλημένων, «μικρών» αναθεωρήσεων. Δεν επιχειρήθηκε να είναι μια μεγάλη, οραματική, εμπροσθοβαρής αναθεώρηση. Υπήρξαν κάποιες βελτιώσεις, θα έλεγα τεχνικής φύσεως, που επιμήκυναν το Σύνταγμα προσθέτοντας διατάξεις νομοθετικής μορφολογίας (όπως αυτή του άρθρου 14 παρ. 9, για παράδειγμα, που θα μπορούσε να περιέχεται σε απλό νόμο).

Κατά μείζονα λόγο και σήμερα δεν υπάρχουν οι κοινωνικές συνθήκες για αλλαγή του Συντάγματος. Υπάρχει έστω και ένας πολίτης που να θεωρεί ότι τα προβλήματα που υπάρχουν οφείλονται στο Σύνταγμα; Και έστω και αν κάποιες διατάξεις, όπως αυτή του άρθρου 14 παρ. 9 Σ, αποδείχθηκαν εσφαλμένες, είναι αρκετές για να θέσουμε πάλι το Σύνταγμα σε μια διορθωτική πορεία; Δεν το πιστεύω. Και πού θα σταματήσουν οι διορθώσεις των αναθεωρήσεων και οι διορθώσεις των διορθώσεων; Πιστεύω ότι έχει ξεκινήσει ένας φαύλος και επιζήμιος κύκλος αναθεωρήσεων χωρίς σοβαρή αιτία. Και είναι επιζήμια αυτή η πρακτική, γιατί η πολιτική συγκυρία εμπαίζει τα σύμβολα, και μάλιστα το μεγαλύτερο από αυτά. Το υποβαθμίζει στη λαϊκή συνείδηση, το απομυθοποιεί.

Οι λόγοι που συμβαίνει αυτό είναι δυστυχώς τόσο απλοί όσο και τραγικοί. Αφενός, η συνταγματική αναθεώρηση είναι ένας τρόπος να αλλάξεις ή να επιβάλεις μια πολιτική ατζέντα, να δημιουργήσεις μια συγκυρία. Καταντήσαμε το Σύνταγμα υποτελές της πολιτικής συγκυρίας, της πολιτικής αμηχανίας, το καταντήσαμε ευτελές.

Αφετέρου, ακόμη χειρότερη διαπίστωση, έχει χαθεί η εμπιστοσύνη στον νόμο. Και ό,τι δεν εμπιστευόμαστε στον κοινό νομοθέτη που πιέζεται, κάμπτεται, υποτάσσεται, το μεταβαπτίζουμε σε συνταγματική διάταξη για να εξασφαλισθεί το έννομο αγαθό από τη μειωμένης αντιστάσεως ικανότητα του νομοθέτη. Για τον λόγο αυτό το Σύνταγμα χάνει σταδιακά τη δωρικότητά του, την επιβλητική λιτότητά του και αποκτά διατάξεις μορφολογίας νόμου. Και φυσικά, όταν προσδίδεις σταδιακά λεπτομερειακό χαρακτήρα στο Σύνταγμα, τότε κάνεις και λάθη. Που, για να τα διορθώσεις, είναι αναγκαία νέα αναθεώρηση κ.ο.κ.

Αλλαγή της διαδικασίας

Υπάρχει κάτι να γίνει; Δύο τουλάχιστον πράγματα, πιστεύω.

Κατ’ αρχάς, η αναθεώρηση που ήδη έχει αποφασισθεί από την κυβέρνηση, θα πρέπει να αφορά και τη διαδικασία αναθεωρήσεως, που είναι το άρθρο 110 Σ., εφόσον φυσικά θέλουμε να ανακόψουμε τον φαύλο κύκλο αναθεωρήσεως στον οποίο έχουμε εισέλθει.

Το κυρίως πρόβλημα είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι, κατά την ισχύουσα αναθεωρητική διαδικασία, διαχωρίζεται η ανάγκη από τις αιτίες και την πρόταση, εννοώ την πλήρη πρόταση μέχρι και εκτελεστικού νόμου. Και με τον τρόπο αυτό επιτρέπονται παιχνίδια σε βάρος του Συντάγματος. Και αυτό το στοιχείο της κατατμήσεως θα πρέπει να εξαλειφθεί.

Πράγματι, στη πρώτη φάση ψηφίζεται μόνο το αν μία διάταξη κρίνεται αναθεωρητέα από μια κυβέρνηση που μπορεί να το αποφασίσει εφόσον διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή (οπότε βέβαια στην αναθεωρητική βουλή θα χρειασθούν 180 ψήφοι). Η πρωτοβουλία αναθεώρησης ανήκει, βέβαια, στη Βουλή κατά το Σύνταγμα, στην πράξη όμως σε κάθε κυβέρνηση που διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή.

Αλλά ακόμη και στην άλλη εκδοχή, αν αποφασισθεί η αναθεώρηση με 180 βουλευτές (οπότε στην αναθεωρητική θα χρειασθούν μόνο 151, λευκή επιταγή δηλαδή σε όποιο κόμμα κερδίσει τις εκλογές να διαμορφώνει μονομερώς το περιεχόμενο του Συντάγματος!), πάλι ο λόγος που οδηγεί στην αναθεώρηση μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικός για την πρώτη σε σχέση με τη δεύτερη Βουλή. Το ισχύον σύστημα στηρίζεται στη σκέψη ότι μεταξύ των δύο Βουλών έχει εκφρασθεί η λαϊκή βούληση μέσω εκλογών και έχει δοθεί έμμεση λαϊκή εντολή για το περιεχόμενο της αναθεωρήσεως.

Αλλά και αυτό είναι εσφαλμένο για δύο λόγους: Αφενός, στις γενικές εκλογές το θέμα του Συντάγματος δεν είναι κυρίαρχο, όπως διαπιστώνεται και από τη μέχρι σήμερα εμπειρία, και θα δικαιολογούσε, λόγω της σημαντικότητάς του, ειδική εντολή.

Αφετέρου, δεν είναι υποχρεωμένα τα κόμματα να πουν πώς συγκεκριμένα θα διαμορφώσουν όχι μόνο το Σύνταγμα αλλά και τους εκτελεστικούς νόμους που συνήθως απαιτούνται. Δηλαδή μια αναθεώρηση στα τυφλά και ερήμην των πολιτών και της κοινωνίας.

Περιορισμός πολυνομίας

Το δεύτερο που θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να κάνουμε θα ήταν να υπάρξει περιορισμός της πολυνομίας και του κακώς νομοθετείν υπέρ της ευνομίας και του ευ νομοθετείν. Να αλλάξει ο τρόπος νομοθέτησης, να γίνει πιο υπεύθυνος, λιγότερο αποσπασματικός, λιγότερο συχνός, καθόλου ή κατά το ελάχιστο ειδικός, να υπάρξει πλήρης κωδικοποίηση, να αποτελεί προϊόν κοινωνικής διαβούλευσης και βασάνου, να είναι διαφανείς οι αιτίες, να μην υπάρχουν τροπολογίες της νύχτας που υποβαθμίζουν τη Βουλή. Η αναβάθμιση της Βουλής και η ανόρθωση του κύρους του νομοθέτη προϋποθέτουν σοβαρό και συγκροτημένο προβληματισμό, που δυστυχώς απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση.

Με μία λέξη να σταματήσουμε την υποβάθμιση του Συντάγματος και να αρχίσουμε την αναβάθμιση της Βουλής.

* Ο κ. Χάρης Παμπούκης είναι αναπληρωτής καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.