ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι πρέπει να περιμένουμε από την Τουρκία

Εσίγησαν πλέον τα τύμπανα του πολέμου και οι ανταποκριτές επέστρεψαν σώοι και αβλαβείς από τα πεδία της μάχης στις Βρυξέλλες και τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου μετρούσαν για μέρες με περισσή αγωνία τα κεφάλαια που θα πάγωναν, ζύγιζαν κυρώσεις και εκτιμούσαν με στρατιωτική ακρίβεια την αυστηρότητα των χρονοδιαγραμμάτων. Η περίπλοκη ευρωτουρκική διαπραγμάτευση είχε αποκτήσει και πάλι διαστάσεις πολεμικής σύγκρουσης. Ελάχιστοι, όμως, έκαναν τον κόπο να προσέξουν ότι κανένας από τους εμπλεκόμενους δεν επεδίωκε τη ρήξη – μάλλον διπλωματική φόρμουλα αναζητούσαν όλοι για να κερδίσουν χρόνο σε μια διαπραγμάτευση που προμηνύεται εξαιρετικά δύσκολη, μακρόχρονη και με αβέβαιη κατάληξη.

Τολμηρή στροφή το ’99

Τώρα λοιπόν που ηρεμήσαμε κάπως από τον καταιονισμό δηλώσεων και αντι-δηλώσεων, χρήσιμο θα ήταν να σκεφτούμε ξανά τους δικούς μας στρατηγικούς στόχους, επανεκτιμώντας τη διαπραγματευτική τακτική που ακολουθήσαμε μέχρι σήμερα. Θυμίζω ότι όλα ξεκίνησαν το 1999 όταν η Ελλάδα αποφάσισε -σοφά κατά την προσωπική μου άποψη- να κάνει μια τολμηρή στροφή στην πολιτική μας προς την Τουρκία, βοηθώντας έτσι να ανοίξει ο ευρωπαϊκός δρόμος για τη γειτονική μας χώρα και εντάσσοντας την επίλυση των διμερών προβλημάτων, καθώς και του Κυπριακού, σ’ ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η στροφή αυτή απέκτησε, συν τω χρόνω, διακομματική υποστήριξη, τουλάχιστον από τα δύο μεγάλα κόμματα, τα οποία διαπιστώνουν στην πορεία (το γνώριζαν ήδη;) ότι οι διαχωριστικές γραμμές βρίσκονται συχνά στο εσωτερικό των κομμάτων και όχι πάντα μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ. Κάτι ανάλογο, άλλωστε, δεν συμβαίνει και σε θέματα μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού γενικότερα;

Πολλοί είναι εκείνοι που παραπονούνται ότι η πολιτική του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας (άλλοι μιλούν πιο ωμά για την εξημέρωση του θηρίου) και η προσπάθεια να εντάξουμε τις διμερείς διαφορές σ’ ένα πολυμερές ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν έχει αποδώσει μέχρι σήμερα τίποτε το ουσιαστικό, παρά μόνον επανειλημμένες υποχωρήσεις από την ελληνική πλευρά. Να τους θυμίσουμε ότι αν είχαν αλλιώς τα πράγματα, η Κυπριακή Δημοκρατία θα βρισκόταν ακόμη, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στη θέση του υποψήφιου μέλους της Ε.Ε., όπως και η Τουρκία, και δεν θα μπορούσε να απειλεί σήμερα με βέτο την ένταξη της άλλης. Το κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει βελτιωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, ενώ στον οικονομικό τομέα οι εξελίξεις υπήρξαν εντυπωσιακές. Φαντασθείτε τι εθνικιστικές κορώνες θα ακούγαμε αν αγόραζαν ελληνικές τράπεζες οι Τούρκοι! Είναι όμως αλήθεια ότι τα περισσότερα εκκρεμή θέματα με την Τουρκία παραμένουν εκκρεμή. Το ίδιο ισχύει και για το Κυπριακό, αν και πλέον η ευθύνη για τη μη επίλυσή του δεν βαρύνει αποκλειστικά τη μία πλευρά.

Η προσοχή Ελλάδας και Κύπρου φάνηκε να επικεντρώνεται τους τελευταίους μήνες στο άνοιγμα των λιμανιών και των αεροδρομίων της Τουρκίας στα κυπριακά μεταφορικά μέσα. Συμβατική υποχρέωση της Τουρκίας, επαναλάμβαναν όλοι και δικαίως. Ποιος όμως είναι ο στρατηγικός μας στόχος σε αυτήν τη διαπράγματευση; Αν θεωρούμε ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας μας προσφέρει ένα ευνοϊκότερο πλαίσιο για την επίλυση των διμερών διαφορών και του Κυπριακού, τότε θα πρέπει να είμαστε κι εμείς έτοιμοι κάποτε να διαπραγματευθούμε, παίρνοντας τις ανάλογες πρωτοβουλίες. Αυτό ισχύει για τις πολλές και απόλυτα υπαρκτές διαφορές που έχει η Ελλάδα με την Τουρκία, πόσω μάλλον για το Κυπριακό. Αν όμως περιμένουμε να λυθούν τα προβλήματα μόνο με την άσκηση πίεσης στην Τουρκία να υποχωρήσει στην προσπάθεια να διατηρήσει ζωντανή, έστω και διασωληνωμένη, την ευρωπαϊκή προοπτική της, τότε μάλλον θα περιμένουμε πολύ και άσκοπα.

Με κίνδυνο να θίξω εθνικές ευαισθησίες, θα γίνω πιο συγκεκριμένος. Υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να ανοίξει η Τουρκία τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της, χωρίς να αλλάξει τίποτε το ουσιαστικό στις σχέσεις των Τουρκοκυπρίων με την Ε.Ε.; Και αν ακόμη αυτό συνέβαινε, θα προχωρούσε έστω κι ένα βήμα η λύση του Κυπριακού; Πόσο μεγάλες είναι οι πιθανότητες να αναγνωρίσει η όποια τουρκική κυβέρνηση την Κυπριακή Δημοκρατία, αν προηγουμένως δεν υπάρξει αμοιβαίως αποδεκτή λύση του κυπριακού προβλήματος; Οι βασικές συντεταγμένες μιας τέτοιας λύσης είναι γνωστές εδώ και πολλά χρόνια. Δεν έχει νόημα στην πολιτική -και στη ζωή γενικότερα- να ζητάς από κάποιον (τον αντίπαλό σου, αν προτιμάτε) να κάνει χαρακίρι, εκτός και αν είναι Ιάπωνας – και όχι ο όποιος Ιάπωνας.

«Φύλλο συκής»

Μια τέτοια προσπάθεια θα οδηγούσε σε πλήρες αδιέξοδο την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Το βλέπουμε άλλωστε καθαρά ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποιούν σήμερα την Κύπρο ως φύλλο συκής για μια πολιτική που θέλει, καλώς ή κακώς αλλά για λόγους άσχετους με την πορεία του Κυπριακού, να κρατήσει την Τουρκία εκτός ευρωπαϊκών συνόρων. Αν η Κύπρος χρησιμεύσει τελικά ως πρόσχημα για να ανακοπεί η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, μια τέτοια εξέλιξη δεν μπορεί παρά να έχει αρνητικές επιπτώσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μια ακόμη συνέπεια θα ήταν η παγίωση μιας διχοτομημένης Κύπρου. Αυτά θέλουμε;

Είναι καιρός να σκεφτούμε ξανά τους στρατηγικούς μας στόχους σε Αθήνα και Λευκωσία. Δεν αρκούν οι τακτικοί ελιγμοί, όσο κι αν στην πολιτική υπερισχύει συνήθως το εφήμερο. Μας προσφέρεται πιθανότατα μια σχετική άνεση χρόνου, εφόσον δεν υπάρξουν για αρκετό διάστημα σοβαρές εξελίξεις στην ευρωτουρκική διαπραγμάτευση. Συμπίπτουν πολλές εκλογές τους επόμενους μήνες: σε Τουρκία και Γαλλία, αργότερα(;) έρχεται και η σειρά της Ελλάδας, όπως και της Κύπρου. Αν η προεκλογική περίοδος δεν προσφέρεται για τολμηρές πρωτοβουλίες, τουλάχιστον ας χρησιμεύσει για περισυλλογή και επανεκτίμηση των στρατηγικών μας στόχων. Είναι μάλλον απαραίτητη.

* Ο κ. Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.