ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πώς φθάσαμε στο εκλογικό αποτέλεσμα

Το (αναμενόμενο) αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών απέδειξε, για δεύτερη φορά μετά τις νομαρχιακές εκλογές του Οκτωβρίου 2006, ότι κατά τη διάρκεια της ανολοκλήρωτης κυβερνητικής θητείας της Ν.Δ. δεν υπήρξε ουσιαστική μεταστροφή του εκλογικού σώματος, ούτε αμφισβητήθηκε ποτέ το διακριτό προβάδισμα του κυβερνώντος κόμματος. Το εκλογικό αποτέλεσμα (με μικρές διακυμάνσεις) είχε κριθεί αρκετό καιρό πριν από την ιδιότυπη προεκλογική περίοδο, ουσιαστικά από το φθινόπωρο του 2005, δηλαδή εδώ και δύο χρόνια πριν. Συγκεκριμένα, το Βαρόμετρο κατέγραψε για πρώτη φορά τον συσχετισμό 42,5%-38,5%, τον Σεπτέμβριο του 2005 (διάγραμμα 1).

H τετραετία 2004-2007 μπορεί, σχηματικά, να διαιρεθεί σε τέσσερις περιόδους:

1) Μάρτιος – Δεκέμβριος 2004, 2) Ιανουάριος 2005 – Φεβρουάριος 2006, 3) Μάρτιος 2006 – Δεκέμβριος 2006, 4) Ιανουάριος 2007 – Σεπτέμβριος 2007. Η ανάλυση, που ακολουθεί, στηρίζεται στις μηνιαίες εκτιμήσεις της Public Issue για την εκλογική επιρροή των κομμάτων, που δημοσιοποιήθηκαν συστηματικά στο Βαρόμετρο του ΣΚΑΪ και της «Καθημερινής» από το 2004 (συνολικά περίπου 60 έρευνες, διαγράμματα 1-4).

1 Μάρτ. – Δεκ. 2004
Από τις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου στον «πόλεμο κατά της διαπλοκής»

Οι βουλευτικές εκλογές του 2004 αποτέλεσαν τομή για το γενικό πολιτικό κλίμα, τη δημοτικότητα της κυβέρνησης και την εικόνα του σημερινού πρωθυπουργού. Η περίοδος των 9 μηνών που εκτείνεται από τις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου έως τον Νοέμβριο του 2004, αποδείχθηκε μια πρωτοφανής περίοδος χάριτος. Κατά τη διάρκειά της υπήρξε περαιτέρω ενίσχυση της νέας κυβέρνησης και περαιτέρω αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ, που υπέστη το σοκ της ήττας και της απομάκρυνσης από την εξουσία. Εξαιτίας της πολιτικής δυναμικής που πυροδοτήθηκε το 2004, η εκλογική επιρροή της Ν.Δ. προσέγγισε στην πρώτη μετεκλογική μέτρηση (Απρίλιος 2004) το 47,5% (+2% από τις εκλογές), ενώ το ΠΑΣΟΚ υποχώρησε στο 36% (-4,5%, σε σχέση με τις εκλογές – διάγραμμα 1).

Με βάση την ίδια στατιστική εκτίμηση, η «ψαλίδα» πρώτου/δεύτερου κόμματος διευρύνθηκε από το 4,8%, που κατέγραψε το εκλογικό αποτέλεσμα, στο 11,5%, το μεγαλύτερο ποσοστό που θα καταγραφεί στην περίοδο 2004 – 2007 (διάγραμμα 3). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αυθόρμητη μετεκλογική δυσαρέσκεια, που εκδηλώθηκε μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ κατευθύνθηκε τόσο προς τη Ν.Δ. (μετεκλογικό σύνδρομο του νικητή και μεταστροφή προς τη νέα εξουσία), όσο και προς την Αριστερά (ΚΚΕ και ΣΥΝ, διάγραμμα 2). Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ευρωεκλογές που ακολούθησαν (Ιούνιος 2004) αποτέλεσαν, απλώς, τον «δεύτερο γύρο» των βουλευτικών εκλογών, επισφραγίζοντας την εκλογική νίκη της Ν.Δ. και την ιστορική ήττα του ΠΑΣΟΚ.

Ολυμπιακή ευφορία

Η περίοδος που ακολούθησε τις ευρωεκλογές υπήρξε και αυτή περίοδος περαιτέρω ενίσχυσης της Ν.Δ., λόγω της έκτακτης και ανεπανάληπτης κοινωνικής ευφορίας που προκάλεσε η τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων. Το γεγονός αυτό δημιούργησε μια ιδιότυπη «επίδραση συσπείρωσης» (rally-effect) γύρω από την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό. Το όφελος από τη συνάρθρωση πολιτικής ευεξίας, λόγω της πολιτικής μεταβολής, και κοινωνικής, λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων, που κυριάρχησε στο εκλογικό σώμα, πιστώθηκε, κατά βάση, στη νέα διακυβέρνηση. Το τελευταίο τρίμηνο του 2004 αποτέλεσε ουσιαστικά και την αφετηρία της (σύντομης) νέας διακυβέρνησης. Στην πραγματική απαρχή του νέου πολιτικού κύκλου, η επιρροή της Ν.Δ. είχε προσεγγίσει το 48%, ήταν δηλαδή σχεδόν τρεις μονάδες πάνω από την εκλογική της, με την αντίστοιχη του ΠΑΣΟΚ να έχει συρρικνωθεί στο 36,5%. Παράλληλα, η απόσταση πρώτου/δεύτερου κόμματος επανήλθε στις 11,5 μονάδες (διάγραμμα 3).

Με την κήρυξη του «πολέμου κατά της διαπλοκής», η Ν.Δ. διατηρούσε την πρωτοβουλία των κινήσεων και τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας. Οι βασικές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης σε εκείνη την περίοδο, για τη διαφάνεια, την καταπολέμηση της διαπλοκής και της διαφθοράς: «απογραφή», σύσταση εξεταστικής επιτροπής για τους εξοπλισμούς, βασικός μέτοχος, ανεξάρτητα από την ατυχή πολιτική τους έκβαση, συγκέντρωσαν, αρχικά, σημαντικά ποσοστά κοινωνικής υποστήριξης της τάξης του 60-65%. Επιπλέον, η επιτυχής επιλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας (12.12.04), συγκέντρωσε επίσης υψηλά ποσοστά αποδοχής (70-75%), ενίσχυσε περαιτέρω την κυριαρχία του πρωθυπουργού στην πολιτική σκηνή.

2 Ιαν. 2005 – Φεβρ. 2006
Επιστροφή στην «ομαλότητα» της κοινωνικής δυσαρέσκειας

Η δεύτερη περίοδος διήρκεσε 13 μήνες. Από τον Ιανουάριο του 2005, το γενικό πολιτικό κλίμα επιβαρύνθηκε σημαντικά και επέστρεψε σταδιακά στην «ομαλότητα». Δηλαδή στη γενικευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια από τη διακυβέρνηση, που αποτελεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες τον κανόνα για τα κόμματα εξουσίας. Η ραγδαία επιδείνωση οφειλόταν σε μια σειρά από παράγοντες. Πρωταρχικό ρόλο έπαιξε η διαδικασία της «κάθαρσης» στη Δικαιοσύνη και εν συνεχεία η εκδήλωση της ανοικτής κρίσης και των σκανδάλων στην Εκκλησία, που κατέστη για ένα διάστημα ανεξέλεγκτη. Επιπλέον, στην επιβάρυνση του γενικού πολιτικού κλίματος συνέτεινε η όξυνση της αντιπαράθεσης κυβέρνησης – αντιπολίτευσης (με απαρχή την ψήφιση του νομοσχεδίου για τον Βασικό Μέτοχο (20.1.05), η αντιπαράθεση κυβέρνησης – Ευρωπαϊκής Επιτροπής (21.3.05), η εξαγγελία της νέας οικονομικής πολιτικής (29.3.05), οι αγροτικές κινητοποιήσεις των βαμβακοπαραγωγών, με τους αποκλεισμούς των εθνικών οδών κ.ά.

Η εκλογική επιρροή των κομμάτων αυτήν την περίοδο χαρακτηρίσθηκε: 1) από τη σημαντική φθορά της Ν.Δ., 2) τη σχετική ανασύνταξη του ΠΑΣΟΚ και 3) από την ενίσχυση του Συνασπισμού. Η φθορά της Ν.Δ. επιταχύνθηκε ιδίως κατά το διάστημα Φεβρουαρίου-Απριλίου 2005. Συνολικά, μέσα σε 6 μήνες η εκλογική επιρροή της Ν.Δ. υποχώρησε σημαντικά από το 48% στο 43,5%, σημειώνοντας συνεχείς απώλειες, αθροιστικά 4,5%. Τον Μάρτιο του 2005, ακριβώς ένα χρόνο μετά τις εκλογές, για πρώτη φορά, τα μετεκλογικά της κέρδη είχαν εξανεμισθεί. Βρέθηκε κάτω από το εκλογικό της ποσοστό, αν και η απόστασή της από το ΠΑΣΟΚ διατηρούνταν πάντοτε σε υψηλά επίπεδα, της τάξης των 4,5 εκατοστιαίων μονάδων.

Παράλληλα, από το φθινόπωρο του 2004 και με μοχλό τις διαδικασίες του συνεδρίου του, είχε αρχίσει και η σταδιακή επανασυσπείρωση του ΠΑΣΟΚ. Τον Φεβρουάριο του 2005 η εκλογική του επιρροή επανήλθε για μοναδική και τελευταία φορά στα επίπεδα των βουλευτικών εκλογών, 40%. Ωστόσο, το κομματικό συνέδριο (3 – 6/3/05) δεν είχε ευρύτερες ευεργετικές επιπτώσεις για την εικόνα και την κοινωνική απήχηση του κόμματος. Τόσο η κυβερνητική ικανότητα του ΠΑΣΟΚ, όσο και η πρωθυπουργική ικανότητα του Γ. Παπανδρέου παρέμειναν απελπιστικά καθηλωμένες.

Σε αυτό το κλίμα, η εκλογική του επιρροή έδειξε επίσης να καθηλώνεται, σημειώνοντας μάλιστα τον Απρίλιο του 2005 και ελαφρά κάμψη, 39,5%. Το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε ποτέ να υπερβεί αυτό το όριο, μέσα στους 29 μήνες που μεσολάβησαν, μέχρι τη νέα του εκλογική συντριβή, ούτε και κατά τη διάρκεια της κρίσης των ομολόγων (Μάρτιος – Μάιος 2007 – διάγραμμα 1).

Η καθήλωσή του, σε εκείνη τη φάση, δεν ήταν άσχετη με την ενίσχυση του Συνασπισμού. Η αλλαγή ηγεσίας που συντελέσθηκε στο 4ο συνέδριο του κόμματος (9 – 12/12/04), με τη διαδοχή του Ν. Κωνσταντόπουλου από τον Α. Αλαβάνο, αποτέλεσε αφετηρία νέας ανοδικής πορείας της εκλογικής του επιρροής, ύστερα από την καθίζηση των Ευρωεκλογών. Επιπλέον, αυτή η τάση συνιστούσε ανακατάταξη επιρροής στο εσωτερικό της Αριστεράς, σε βάρος του ΚΚΕ (διάγραμμα 2).

Σταθεροποίηση με διακυμάνσεις

Από τον Μάιο του 2005, η πολιτική ατζέντα μετατοπίσθηκε. Μέχρι το καλοκαίρι του 2005, η συγκυρία θα επικαθορισθεί κυρίως από δύο σημαντικά ζητήματα: α) Τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, που προώθησε η κυβέρνηση και οι οποίες προκάλεσαν ένα περιορισμένο κύμα απεργιακών κινητοποιήσεων και β) Την απόρριψη του Ευρωσυντάγματος κυρίως στο γαλλικό (29/5/05), αλλά και στο ολλανδικό δημοψήφισμα (1/6/05), που επηρέασαν καταλυτικά την ελληνική κοινή γνώμη και αποτέλεσαν ισχυρό κλυδωνισμό στον παραδοσιακό ελληνικό «φιλοευρωπαϊσμό». Και τα δύο αυτά ζητήματα δίχασαν πολιτικά και ιδεολογικά το ΠΑΣΟΚ και αποδυνάμωσαν τη συνοχή του, στον βαθμό που ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνικής του βάσης φάνηκε, αφενός, να αποδέχεται τις προωθούμενες κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις και αφετέρου να απορρίπτει το Ευρωσύνταγμα.

Μετά το Πάσχα του 2005, η πτωτική πορεία της εκλογικής επιρροής της Ν.Δ. επιβραδύνθηκε. Τον Μάιο έδειξε να σταθεροποιείται στο 43,5%, ενώ η απόστασή της από το ΠΑΣΟΚ, λόγω της σχετικής υποχώρησης του, διευρύνθηκε σε 4,5% και μετά το γαλλικό δημοψήφισμα, τον Ιούνιο του 2005, σε 5,5% (διάγραμμα 1). Σε εκείνη τη φάση, από τις απώλειες του ΠΑΣΟΚ, τόσο τις κοινωνικές (στον χώρο των μισθωτών του Δημοσίου Τομέα), όσο και τις ιδεολογικές (απόρριψη του Ευρωσυντάγματος) ωφελήθηκε κυρίως ο Συνασπισμός μέχρι τον Οκτώβριο (διάγραμμα 2). Το μέσον του εκλογικού κύκλου της τετραετίας συνέπεσε χρονικά με την εκδήλωση της χειρότερης κρίσης που γνώρισε η κυβέρνηση. Η υπόθεση των υποκλοπών (2/2/06) έπληξε σημαντικά την εικόνα της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, ενώ η εκλογική επιρροή της Ν.Δ. βρέθηκε στο κατώτατο σημείο της μετεκλογικής περιόδου, 41,5%. Οι απώλειες αυτές, ωστόσο, αντισταθμίστηκαν από τον πολυσυζητημένο ανασχηματισμό (14/2/06).

3 Μάρτ. – Δεκ. 2006
Η ανάκαμψη του δικομματισμού στις νομαρχιακές εκλογές

Από τον Ιούνιο του 2006 παρατηρήθηκε μια αργή, σταδιακή αλλά και σταθερή ανάκαμψη της εκλογικής επιρροής των δύο κομμάτων διακυβέρνησης (Ν.Δ. & ΠΑΣΟΚ) και, αντιστρόφως, η καθήλωση ή και συρρίκνωση της αντίστοιχης επιρροής των τριών μικρότερων σχηματισμών (ΚΚΕ, ΣΥΝ, ΛΑΟΣ). Στην εκκίνηση του τελευταίου και προεκλογικού έτους της κυβερνητικής θητείας, το ποσοστό της δικομματικής επιρροής είχε υπολογισθεί σε 82% (διάγραμμα 4). Οπως κάθε εκλογική αναμέτρηση, έτσι και οι Δ/Ν εκλογές του Οκτωβρίου 2006, ενεργοποίησαν τις κομματικές ταυτίσεις των πολιτών και ενίσχυσαν τον βαθμό συσπείρωσης των (μεγάλων) κομμάτων. Η κυβερνητική παράταξη, μετά τη δοκιμασία της κρίσης των υποκλοπών και των κοινωνικών κινητοποιήσεων, έδειχνε να επιβεβαιώνει και πάλι την πολιτική και εκλογική της κυριαρχία.

Από την άλλη πλευρά, και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εμφάνιζε σημεία ανάκαμψης, όχι όμως ιδιαιτέρως δυναμικής. Η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ εκτιμήθηκε μετά τις νομαρχιακές σε 39% (Νοέμβριος 2006). Ποσοστό, όμως, που υπολειπόταν ακόμη του ανώτατου ποσοστού του ΠΑΣΟΚ μέσα στο 2006 (39,5%), αλλά και του ανώτατου ποσοστού που καταγράφηκε για το ΠΑΣΟΚ μετεκλογικά (40%, 1 – 2/2005).

4 Ιαν. – Σεπτ. 2007
Η κρίση στην εκπαίδευση, το σκάνδαλο των ομολόγων, οι πυρκαγιές και η καθήλωση του δικομματισμού

Το δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2007, η εκλογική επιρροή της Ν.Δ. παρουσίασε σημεία σταθεροποίησης και υπολογίσθηκε σε 43%. Επρόκειτο για το υψηλότερο ποσοστό επιρροής, ύστερα από ένα 12μηνο (διάγραμμα 1). Ωστόσο, αυτή η ανοδική πορεία του δικομματισμού δεν είχε συνέχεια, αλλά ανακόπηκε, λόγω της κρίσης της εκπαίδευσης, της υπόθεσης των ομολόγων και εν συνεχεία των πυρκαγιών και της περιβαλλοντικής κρίσης του καλοκαιριού. Μετά την άνοδο του δικομματισμού, κατά το Β΄εξάμηνο του 2006, το Βαρόμετρο του Απριλίου 2007 κατέγραψε την απαρχή μιας νέας πτωτικής τάσης στην επιρροή των δύο κομμάτων διακυβέρνησης, που τελικά αποδείχθηκε μονιμότερη.

Παρά τη δημοσκοπική προπαγάνδα, ο εκλογικός συσχετισμός (η διαφορά) μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, δεν είχε αλλάξει την περασμένη άνοιξη. Μετατοπιζόταν απλώς σε χαμηλότερα επίπεδα, λόγω της ταυτόχρονης καθίζησής τους (Ν.Δ. 42,5%, ΠΑΣΟΚ 39%, τον Απρίλιο του 2007). Η διαφορά παρέμενε στις 3,5 εκατοστιαίες μονάδες (διάγραμμα 3) και ο δικομματισμός στο 81,5% (διάγραμμα 4). Ο κυριότερος λόγος γι’ αυτό ήταν η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εισπράξει τη γενικότερη φθορά της κυβέρνησης, αλλά και την ειδικότερη ζημία, που υπέστη στην υπόθεση των ασφαλιστικών ταμείων. Η ατζέντα της διαφθοράς δεν ευνόησε, αντίθετα συμπαρέσυρε και την αντιπολίτευση. Η (ευρεία) δυσαρέσκεια από την κυβερνητική πολιτική δεν μορφοποιήθηκε αυτομάτως σε εκλογικό ρεύμα υπέρ της αντιπολίτευσης, δηλαδή σε μεταστροφή, όπως συστηματικά προεξοφλούσε η πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης, παραπλανώντας ακόμη και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά έδειχνε να «εκτονώνεται» προς τους μικρότερους κομματικούς σχηματισμούς, ή οδηγούσε σε ρευστοποίηση της ψήφου.

Η πτωτική πορεία του ΛΑΟΣ, που είχε παρατηρηθεί από τον Οκτώβριο (λόγω της αποτυχίας του στις νομαρχιακές), έδειξε να ανακόπτεται. Το ίδιο συνέβη και με τον Συνασπισμό. Η ενίσχυσή του από την περασμένη άνοιξη συνδέθηκε άμεσα τόσο με την τρέχουσα ριζοσπαστικοποίηση της περιόδου, που παρήγαγε η κρίση του εκπαιδευτικού μηχανισμού, όσο και με την επίθεση που δέχθηκε, η οποία τον ανέδειξε πολιτικά.

Οι πυρκαγιές και η διαχείριση της κρίσης που υλοποιήθηκε ενίσχυσαν περαιτέρω τις ήδη διαμορφωμένες τάσεις. Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι μικρές απώλειες τελικά δεν είχε μόνο η κυβέρνηση, η οποία προσέγγισε, αν και «στιγμιαία», το κατώτερο όριο της εκλογικής επιρροής της τετραετίας (41,5%), αλλά και η αντιπολίτευση. Η αντιφατική και πολωτική στάση που τήρησε το ΠΑΣΟΚ δεν θεωρήθηκε υπεύθυνη από το εκλογικό σώμα. Γι’ αυτόν τον λόγο και από τις (μικρές) εκλογικές απώλειες που υπέστη το ΠΑΣΟΚ τον Αύγουστο, ουσιαστικά κερδισμένο υπήρξε το ΚΚΕ, του οποίου η επιρροή επανέκαμψε (περίπου 1% – διάγραμμα 2).

Αρκετό καιρό πριν από τις εκλογές διαμορφώθηκαν ευδιάκριτα δύο ζεύγη «συγκοινωνούντων δοχείων»: το πρώτο αφορούσε τις διαρροές της Νέας Δημοκρατίας προς το ΛΑΟΣ (τελικά και το κόμμα του κ. Παπαθεμελή) και το δεύτερο τις διαρροές του ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΝ και το ΚΚΕ. Οπως αποδείχθηκε από το εκλογικό αποτέλεσμα της περασμένης Κυριακής, η ψήφος στο ΛΑΟΣ, που υπήρξε περισσότερο ευμετάβλητη, έχει χαρακτήρα λιγότερο αποκρυσταλλωμένης πολιτικής ή ιδεολογικής μετατόπισης και περισσότερο τυπικής κοινωνικής «ψήφου δυσαρέσκειας» από την κυβέρνηση. Εξαρτήθηκε, επομένως, σε μεγάλο βαθμό από τη συγκυρία και τις διακυμάνσεις της.

Η ψήφος (αριστερής) διαμαρτυρίας στον ΣΥΝ και στο ΚΚΕ εξαρτάται και αυτή, ώς ένα βαθμό, από τη συγκυρία, αλλά έχει αρκετά διαφορετικό χαρακτήρα. Είναι σαφώς πιο πολιτική και ιδεολογικά φορτισμένη. Και για τούτο, μάλλον πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμη από το ΠΑΣΟΚ, δεδομένου, μάλιστα, ότι μετά τις εκλογές το κόμμα της αντιπολίτευσης έχει εισέλθει σε μια σοβαρή και πολύπλευρη κρίση ηγεσίας, φυσιογνωμίας και στρατηγικής.