ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μικρή περίοδος χάριτος στη νέα κυβέρνηση

Η δυναμική του εκλογικού αποτελέσματος της 16ης Σεπτεμβρίου καταγράφεται στο πρώτο μετεκλογικό Βαρόμετρο της Public Issue, που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του ΣΚΑΪ και της «Καθημερινής». H σύγκριση της σημερινής μετεκλογικής συγκυρίας με την αντίστοιχη του 2004 είναι καταλυτική. Το 2004, η βελτίωση του γενικού πολιτικού κλίματος και το αίσθημα ευφορίας του εκλογικού σώματος από το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν οφθαλμοφανής και αποκαλυπτική για το μέγεθος της συντελεσθείσας πολιτικής μεταβολής. Σήμερα δεν είναι (βλέπε διάγραμμα 1).

Μειωμένη «ικανοποίηση» και «ανακούφιση»

Η δημιουργία κοινωνικών προσδοκιών είναι το ισχυρό σημείο μιας διακυβέρνησης, αλλά ταυτοχρόνως και το «αδύναμο», αν δεν ανταποκριθεί σε αυτές, ή τις διαψεύσει. Στη μετεκλογική περίοδο που διανοίγεται, αντίθετα με τις προηγούμενες εκλογές, το παραμένον κυβερνών κόμμα δεν φαίνεται να εξασφαλίζει σημαντική «περίοδο χάριτος». Ενώ το 2004, σχεδόν 6 στους 10 Ελληνες (56%) δήλωναν μετεκλογικά «ικανοποιημένοι από το εκλογικό αποτέλεσμα», σήμερα, το αντίστοιχο ποσοστό έχει συρρικνωθεί σε 45% (διάγραμμα 1). Αντιθέτως, η πλειοψηφία των πολιτών, σε ποσοστό 53%, έναντι μόλις 36% το 2004, δηλώνει προκαταβολικά «δυσαρέσκεια». Η νίκη της Ν.Δ. αντιμετωπίζεται σήμερα με «ανακούφιση», μόλις από το 1/3 (32%) του εκλογικού σώματος, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2004 προσέγγιζε σχεδόν το μισό εκλογικό σώμα (48%, ή ο 1 στους 2 ψηφοφόρους). Η «αδιαφορία» αναγορεύεται σε πλειοψηφική στάση (41%) (διάγραμμα 2).

Ο άνεμος του (αντιδικομματικού) πολυκομματισμού

Η οριακή κυβερνητική πλειοψηφία, που προέκυψε, δεν έχει δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις στην κοινή γνώμη. Αντιθέτως, η πολυκομματική Βουλή που, άλλωστε, οι ίδιοι οι πολίτες ανέδειξαν με την ψήφο τους, τυγχάνει σημαντικής κοινωνικής νομιμοποίησης (διάγραμμα 3). Κυρίως επιδοκιμάζεται η άνοδος της Αριστεράς, από το 72% των ερωτηθέντων, ή 7 στους 10 πολίτες (διάγραμμα 4), αλλά και η είσοδος του ΛΑΟΣ στη Βουλή θεωρείται θετική από το 51% (δηλαδή 1 στους 2, διάγραμμα 5).

Ενισχύεται θεαματικά η εικόνα του πρωθυπουργού

Από την εκλογική αναμέτρηση, ο κ. Κ. Καραμανλής εξέρχεται ιδιαίτερα ενισχυμένος. Ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να καταγράφεται με διακριτή διαφορά ως ο πλέον δημοφιλής Ελληνας πολιτικός αρχηγός (διάγραμμα 6). Η πρωθυπουργική δημοτικότητα, από 51% πριν από τις εκλογές (Βαρόμετρο Ιουλίου 2007), σημείωσε θεαματική βελτίωση (+13%) και προσεγγίζει σήμερα επίπεδα της τάξης του 64% (χαμηλότερα πάντως από το πρωτοφανές 79% του 2004). Κυρίως όμως σημειώνει νέο ρεκόρ τετραετίας (2004-2007) στον δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας, με ποσοστό 57%, έναντι μόλις 23% του αντιπάλου του (διάγραμμα 7). Από την άλλη πλευρά, η δημοτικότητα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Γ. Παπανδρέου, σε σύγκριση με την προεκλογική περίοδο, παρά τη βαριά ήττα που υπέστη, σημειώνει επίσης άνοδο, μικρότερης όμως έκτασης (+6%), και καταγράφεται σήμερα σε επίπεδα της τάξης του 51%, έναντι 45% προεκλογικά (τρίτος σε σειρά κατάταξης, μετά τον κ. Αλαβάνο).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ των πολιτικών αρχηγών ο κ. Αλαβάνος είναι ο μεγάλος κερδισμένος, καταγράφοντας αύξηση δημοτικότητας +19%, σε σύγκριση με την προεκλογική περίοδο και ποσοστό-ρεκόρ 57%, το υψηλότερο που έχει καταγραφεί ποτέ κατά τη διάρκεια της θητείας του (διάγραμμα 6).

Ανακατατάξεις στη δημοτικότητα κυβέρνησης – αντιπολίτευσης

Τα μειωμένα σε σύγκριση με το 2004 ποσοστά κυβερνητικής δημοτικότητας, που καταγράφονται, υποδηλώνουν για τη νέα κυβέρνηση μια μικρότερη περίοδο χάριτος. Το 2004, η θετική γνώμη για την κυβέρνηση (η «πρώτη εντύπωση») άγγιξε το 73%, έναντι αρνητικής μόλις 11%. Σήμερα, καταγράφεται στο σαφώς χαμηλότερο, αλλά όχι ευκαταφρόνητο 57% (διάγραμμα 8). Ας σημειωθεί, για λόγους ιστορικής σύγκρισης, ότι παρόμοια ποσοστά δεν είχαν παρατηρηθεί ούτε το 2000 ούτε βεβαίως και το 1996. Στην πρώτη μετεκλογική έρευνα της VPRC το 1996, η κυβερνητική δημοτικότητα κατεγράφετο μόλις στο 18%. Αντιστοίχως, τον Ιούνιο του 2000 στην πρώτη διαθέσιμη μετεκλογική έρευνα της VPRC, στο 28%. Μεγάλη διαφοροποίηση, σε σχέση με το 2004, παρουσιάζει σήμερα η εικόνα της αντιπολίτευσης. Τότε, η γενική ευφορία που είχε δημιουργηθεί είχε παρασύρει ανοδικά και την εικόνα της αντιπολίτευσης (41% θετική, έναντι 26% αρνητική). Αντιθέτως, σήμερα, οι αρνητικές κρίσεις (η πρώτη εντύπωση) γι’ αυτήν καταγράφονται στο 65%, έναντι μόλις 26% το 2004, γεγονός με σαφέστατη πολιτική σημασία (διάγραμμα 9).

Η κρίση στο ΠΑΣΟΚ

Η βαρύτατη ήττα του ΠΑΣΟΚ στην εκλογική αναμέτρηση, την οποία για (ορθολογικά) ανεξήγητους λόγους επιδίωξε, έχει ως φυσιολογικό αποτέλεσμα να εστιάζεται σήμερα το ενδιαφέρον των πολιτών και των μέσων ενημέρωσης στα εσωκομματικά του τεκταινόμενα (διάγραμμα 10). Ωστόσο, η διερεύνηση των προοπτικών της κρίσης που έχει ξεσπάσει στο κόμμα της Αντιπολίτευσης, αποκαλύπτουν μια εικόνα εσωκομματικής πόλωσης και επικίνδυνης διαίρεσης.

Τα ευρήματα του Βαρόμετρου, που συνηγορούν σε μια παρόμοια εκτίμηση, είναι τρία:

1. Η ευθύνη για την εκλογική ήττα που αποδίδεται, εσωκομματικά, στον Γ. Παπανδρέου, είναι μεν σημαντική, αλλά σε καμία περίπτωση πλειοψηφική (41% – διάγραμμα 11).

2. Το αίτημα για αλλαγή ηγεσίας, πλεοψηφικό στο σύνολο της κοινής γνώμης (60%), συρρικνώνεται μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ σε 54%, ποσοστό που σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί συντριπτικό, ούτε βεβαίως και ικανό να δημιουργήσει μη αντιστρέψιμο ρεύμα (διάγραμμα 12).

3. Μέσα στο μετεκλογικό 10ήμερο, η ανάδειξη της υποψηφιότητας του κ. Βενιζέλου στον σχεδόν μοναδικό και αποκλειστικό αντίπαλο πόλο του σημερινού αρχηγού, λειτουργεί αποθαρρυντικά για άλλες πιθανές υποψηφιότητες, συντηρώντας και αναπαράγοντας, αναπόφευκτα, την ήδη τεταμένη κατάσταση (διάγραμμα 13).