ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρνητικό ρεκόρ για τον δικομματισμό

Συνεχιζόμενη επιδείνωση, σε όλα τα επίπεδα, καταγράφει το πολιτικό βαρόμετρο Ιανουαρίου της Public Issue για τον ΣΚΑΪ και την «Καθημερινή». Οι δείκτες αποτίμησης του γενικού πολιτικού κλίματος, της εικόνας της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς και η κοινωνική επιρροή του δικομματισμού, σημειώνουν αρνητικά ρεκόρ δεκαετίας, ή και εικοσαετίας.

Απαισιοδοξία

Η ραγδαία και γραμμική επιδείνωση του γενικού πολιτικού κλίματος, από την επαύριο των εκλογών, συνεχίζεται αδιάλειπτα. Μετά την κοινωνική κινητοποίηση για το ασφαλιστικό, η κυβερνητική κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη, έχει πριμοδοτήσει κατακόρυφα την πολιτική αστάθεια. Από δημοσκοπική άποψη, η σημερινή εικόνα της πολιτικής σκηνής, μπορεί να συγκριθεί μόνο με την περίοδο 1989-’90. Πράγματι, με βάση τον σχετικό δείκτη αποτίμησης του γενικού πολιτικού κλίματος προκύπτει, ότι οι απαισιόδοξες εκτιμήσεις για την «κατεύθυνση των πραγμάτων στη χώρα» καταγράφονται σήμερα στο 74% (μηνιαία μεταβολή, +5%), ενώ με βάση την πρώτη μετεκλογική μέτρηση του βαρόμετρου της Public Issue (9/07), η διάχυτη κοινωνική απαισιοδοξία έχει αυξηθεί συνολικά, μόλις μέσα σε 5 μήνες, κατά 24 εκατοστιαίες μονάδες (αύξηση 48%, σε σύγκριση με τον περασμένο Σεπτέμβριο). Τα σημερινά επίπεδα διάχυτης πολιτικής και κοινωνικής δυσαρέσκειας συνιστούν νέο αρνητικό ρεκόρ εικοσαετίας και είναι τα υψηλότερα που έχουν εμφανιστεί σε δημοσκόπηση της Public Issue και παλαιότερα της VPRC και της ΜRΒ, από το 1987.

Αποδοκιμασία

Τόσο η δημοτικότητα του πρωθυπουργού, όσο και η αντίστοιχη του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης βρίσκονται στα κατώτατα επίπεδα της επταετίας 2000-2007. Με βάση τον σχετικό δείκτη, οι θετικές κρίσεις για τον πρωθυπουργό καταγράφονται σήμερα στο 50%, (μηνιαία μεταβολή, -2%), ενώ οι αντίστοιχες του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο 41% (-8%). Για την εικόνα των δύο πολιτικών αρχηγών, περισσότερο ανησυχητική είναι η διαπίστωση που προκύπτει από το ισοζύγιο δημοτικότητάς τους (διαφορά θετικών / αρνητικών κρίσεων): μόλις +4% για τον Κ. Καραμανλή και -9% για τον Γ. Παπανδρέου. Αν για τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ αυτή η τάση έχει ξαναεμφανισθεί (στην πρόσφατη προεκλογική περίοδο), για την εικόνα του πρωθυπουργού συνιστά, οπωσδήποτε, νέο δεδομένο.

Η κοινωνική αποδοκιμασία των δύο αρχηγών συνεχίζεται και στον δείκτη πρωθυπουργικής ικανότητας. Είναι εντυπωσιακό, ότι από τον περασμένο Οκτώβριο, το ποσοστό των πολιτών που κατευθύνεται στην απορριπτική στάση («κανένας από τους δύο»), έχει υπερδιπλασιαστεί (34% σήμερα, έναντι 16% προηγουμένως). Το μερίδιο προτίμησης για τον σημερινό πρωθυπουργό, συνεχίζει να υποχωρεί (συνεχώς από τον Σεπτέμβριο) και προσεγγίζει σήμερα το 42%, το κατώτατο ποσοστό της θητείας του, που έχει εμφανισθεί, μετά το 2004, μόνο μια φορά ακόμη, στην κρίση των υποκλοπών (Φεβρουάριος 2006). Και σε αυτό το πεδίο συγκριτικής αξιολόγησης, ο Γ. Παπανδρέου, όχι μόνον δεν δείχνει να ωφελείται, αλλά αντιθέτως φθείρεται σε μεγαλύτερο βαθμό, από τον Κ. Καραμανλή. Παρά την πρωτοφανή κυβερνητική κρίση, το μερίδιό του συνεχίζει να υποχωρεί (24%, έναντι 27% τον Δεκέμβριο), σημειώνοντας, μετεκλογικά, συνολικές απώλειες της τάξης του 20%.

Σημαντικές απώλειες

Η εκτίμηση της πρόθεσης ψήφου, για τον Ιανουάριο, που δίδεται από την Public Issue καταγράφει, σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, σημαντικές απώλειες για τη Ν.Δ., της τάξης της 1,5 εκατιστιαίας μονάδας, ενώ για πρώτη φορά το ποσοστό εκτιμώμενης επιρροής της (σε δημοσκόπηση) πέφτει κάτω από το κρίσιμο ποσοστό του 40%. Η εκλογική της απήχηση εκτιμάται σήμερα σε 39,5%. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό της τετραετίας (2004-2007), που αριθμητικά μεταφράζεται μόνο σε 146 κοινοβουλευτικές έδρες. Κατά συνέπεια, υπό τις σημερινές συνθήκες και το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο δεν θα προέκυπτε κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.

Η αποδυνάμωση της κυβερνητικής παράταξης δεν ωφελεί την αντιπολίτευση. Για τα ελληνικά μεταπολιτευτικά δεδομένα, πρόκειται οπωσδήποτε για πρωτοφανές φαινόμενο. Η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να υποχωρεί και εκτιμάται σήμερα, με βάση το Βαρόμετρο στο 37%. Το εν λόγω ποσοστό δεν είναι το χαμηλότερο που έχει παρατηρηθεί μετά το 2004, αλλά μπορεί να συγκριθεί μόνο με εκείνα που καταγράφηκαν μετεκλογικά, λόγω του σοκ της ήττας που υπέστη (35,5% λίγο πριν από τις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2004).

Κατακόρυφη άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ

Η περαιτέρω αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ ωφελεί πρωτίστως το ΣΥΡΙΖΑ. Σχεδόν ο ένας στους 11 ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ δηλώνει πρόθεση μετακίνησης προς αυτόν. Η εκτιμώμενη μηνιαία άνοδος της επιρροής του (+2%) είναι πρωτοφανής και δείχνει ιδιαίτερα δυναμική. Για πρώτη φορά ο ΣΥΡΙΖΑ με ποσοστό 8% καταγράφεται, ως προς την εκλογική του απήχηση, ισοδύναμος με το ΚΚΕ. Διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία στην Αριστερά, αλλά και τη θέση του 3ου κοινοβουλευτικού κόμματος. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, αναδεικνύεται -αντικειμενικά- στον κατεξοχήν υποδοχέα της κοινωνικής διαμαρτυρίας, όχι μόνο της αριστερής, αλλά ώς ένα βαθμό και της δεξιάς. Η επιρροή των υπολοίπων δύο σχηματισμών φαίνεται ότι παραμένει αμετάβλητη (ΚΚΕ 8%, ΛΑΟΣ 4%).

Νέα περίοδος κλυδωνισμών

Χωρίς αμφιβολία, το κομματικό σύστημα έχει εισέλθει σε περίοδο ισχυρών κλυδωνισμών. Αυτό συμβαίνει σήμερα για δεύτερη φορά, μετά τη δεκαετία του ’90. Αντίστοιχο φαινόμενο είχε παρατηρηθεί και κατά την περίοδο 1994-2000. Ωστόσο, η συντεταγμένη και σχεδόν παράλληλη διαδοχή ηγεσιών, που συντελέσθηκε στα μέσα της δεκαετίας (ΠΑΣΟΚ 1996, Ν.Δ. 1997), αναχαίτισε τους κλυδωνισμούς του ελληνικού δικομματισμού και απορρόφησε τη διαδικασία διάσπασης της κοινωνικής τους βάσης (ΔΗΚΚΙ, ΠΟΛΑΝ). Τότε, οι τάσεις «μετασχηματισμού» επικράτησαν των τάσεων «αποδόμησης» και οι τάσεις κομματικής «επαναστοίχισης» (re-alignment) επικράτησαν των τάσεων «αποστοίχισης» (de-alignment).

Για τα δύο κόμματα της διακυβέρνησης είναι φανερό ότι ανοίγει ένας νέος κύκλος αβεβαιοτήτων. Η μαζική και διάχυτη κρίση εκπροσώπησης, η οποία σήμερα διαπιστώνεται ποικιλότροπα, φαίνεται να πλήττει πρωτευόντως το ΠΑΣΟΚ, αλλά αφορά σαφώς και τη Νέα Δημοκρατία. Και τούτο, όχι μόνο λόγω της τάσης κοινωνικής εδραίωσης του ΛΑΟΣ. Πρόβλεψη δεν μπορεί να γίνει. Είναι όμως πιθανότερο, η σύγχρονη φάση κλυδωνισμών του δικομματισμού να είναι βαθύτερη από την προηγούμενη και περισσότερο μακροχρόνια.