ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η μάχη για τις ταυτότητες

Η σφοδρότερη σύγκρουση του Αρχιεπισκόπου με την Πολιτεία αφορούσε την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες. Μία εβδομάδα μετά τις εθνικές εκλογές του 2000 ο νέος υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Σταθόπουλος δήλωνε σε απογευματινή εφημερίδα ότι το θρήσκευμα αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο και η αναγραφή του στην αστυνομική ταυτότητα έρχεται σε αντίθεση με σχετικό νόμο που ισχύει από το 1997. «Σε αυτό τον τόπο υπάρχει ένας παράγοντας ο οποίος ούτε μπορεί ούτε πρέπει να αγνοείται. Είναι ο λαός», ήταν η πρώτη αντίδραση του Αρχιεπισκόπου. Λίγες ημέρες αργότερα και αφού έχει αρχίσει να συζητείται το ζήτημα ευρέως επανήλθε διαμηνύοντας προς πάσα κατεύθυνση: «Να γίνει ένα δημοψήφισμα και θα δούνε ότι ο λαός προσυπογράφει μαζί μας».

«Λαοσυνάξεις»

Αν και υπουργοί διαβεβαίωναν τον Αρχιεπίσκοπο ότι δεν τίθεται θέμα, ο τότε πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης ξεκαθάρισε στη Βουλή ότι το θρήσκευμα δεν θα αναγραφόταν στις νέες ταυτότητες. Ο πόλεμος που θα οδηγούσε στη συγκέντρωση υπογραφών από την Εκκλησία ζητώντας δημοψήφισμα, μόλις άρχιζε. Προηγήθηκαν ωστόσο δύο μεγάλες «λαοσυνάξεις» στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2000. «Πιστέ και αγαπημένε λαέ, δεν ήλθα να σας διεγείρω. Ηλθα να σας εξηγήσω. Δεν ήλθα να σας φανατίσω. Ηλθα να σας ενημερώσω», ήταν τα πρώτα λόγια του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος δήλωνε συγκινημένος «βλέποντας αυτή τη συγκλονιστική λαοθάλασσα».

Δεκάδες χιλιάδες «πιστών» πάλλονταν στον αρχιεπισκοπικό λόγο φωνάζοντας ρυθμικά «Ελλάδα σημαίνει Ορθοδοξία». Ο Χριστόδουλος θύμιζε πολιτικό ηγέτη χρησιμοποιώντας στην ομιλία του εκφράσεις από τις ομιλίες του Ανδρέα Παπανδρέου. «Ας λέει ο νόμος ό,τι θέλει, αν ο λαός δεν συναινεί δεν εφαρμόζεται» διακήρυσσε ο Χριστόδουλος και προειδοποιούσε πως «την Εκκλησία όποιο χέρι τόλμησε να την αγγίξει, ξεράθηκε». Οι «προοδευτικάριοι», οι «θιασώτες της Ευρώπης», η «ιντελιγκέντσια» και η κυβέρνηση Σημίτη βρέθηκαν στο στόχαστρο των ομιλιών του Αρχιεπισκόπου. «Αφήστε τους νόμους να κοιμούνται», προέτρεψε την κυβέρνηση από την πλατεία Συντάγματος και απευθυνόμενος στους επικριτές του είπε: «Επιτέλους άμα τα έχετε με τον Χριστόδουλο, τον Χριστόδουλο να βρίζετε και όχι τους παπάδες». Η κίνησή του να κρατήσει στην εξέδρα του Συντάγματος αντίγραφο του λαβάρου της Επαναστάσεως του 1821, που μετέφερε από την Αγία Λαύρα ο μητροπολίτης Καλαβρύτων, προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις σημαντικής μερίδας του πολιτικού κόσμου.

Η προεδρία

Στις 28 Αυγούστου 2001, ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ανακοίνωσε σε ειδική συνέντευξη Τύπου ότι η Σύνοδος συγκέντρωσε περισσότερα από τρία εκατομμύρια υπογραφές πιστών οι οποίοι ζητούν δημοψήφισμα για την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις νέες ταυτότητες. Ανάμεσά τους και εκείνη του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως κ. Κ. Καραμανλή. Την επόμενη ημέρα ο Αρχιεπίσκοπος επισκέφθηκε τον Πρόεδρο κ. Κωστή Στεφανόπουλο ζητώντας τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Ωστόσο, με ανακοίνωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας η υπόθεση έκλεισε, αφού «οι εκτός νομοθετημένης διαδικασίας συλλεγείσες υπογραφές δεν είναι δυνατόν να ανατρέψουν τις διατάξεις του Συντάγματος».

Το θέμα τέθηκε και πάλι πριν από τις εκλογές του 2004 αλλά μετεκλογικώς, στην πρώτη συνάντησή του με τον νέο πρωθυπουργό κ. Καραμανλή, ο Αρχιεπίσκοπος το έθεσε ουσιαστικά στο «αρχείο» μαζί με τα ξεχασμένα πια δελτία υπογραφών. Το ζήτημα έληξε οριστικά το Νοέμβριο του 2007, όταν από το βήμα της Βουλής ο υφυπουργός Εσωτερικών Παναγιώτης Χηνοφώτης υπενθύμισε τις αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και του ΣτΕ και δήλωσε: «Αντιλαμβάνομαι ότι η πλειονότης των Ελλήνων διέπεται από βαθιά θρησκευτική συνείδηση, πλην όμως οι αποφάσεις αυτές δεν επιτρέπουν μία αλλαγή πορείας».

Την επόμενη ημέρα η Σύνοδος περιορίστηκε να εκφράσει τη δυσαρέσκειά της, ενώ ο βαρύτατα ασθενής Αρχιεπίσκοπος δεχόταν στην κατοικία του τον πρωθυπουργό κ. Κώστα Καραμανλή. Τα γεγονότα όμως είχαν αλλάξει πλέον την αρχιεπισκοπική ατζέντα…