ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αλλάζει συμπεριφορά το εκλογικό σώμα

Ραγδαίες και επιταχυνόμενες διεργασίες στο εκλογικό σώμα καταγράφει το πολιτικό Βαρόμετρο Φεβρουαρίου της Public Issue, για τον ΣΚΑΪ και την «Καθημερινή». Τίποτα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, να βρισκόμαστε ενώπιον δομικών μεταβολών της πολιτικής συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος.

Ο αδύνατος κρίκος

Σήμερα, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ως ο αδύνατος κρίκος, όχι μόνον του «δικομματισμού», αλλά συνολικότερα του κομματικού συστήματος. Η κρίση του ήταν και είναι δομική (ηγεσίας, πολιτικού προσωπικού, προγράμματος, στρατηγικής, οργάνωσης, κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών). Το προσεχές συνέδριο, υπό τους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιείται, είναι μάλλον δύσκολο να αποτελέσει ανάχωμα στις υφιστάμενες τάσεις αποδόμησης. Χωρίς καμιά υπερβολή, η συνεχιζόμενη σοβαρή αποδυνάμωσή του (-2%, σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα και συνολικά -3% από τις τελευταίες εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου) εγγράφει στην πολιτική σκηνή τον κίνδυνο εκλογικής κατάρρευσης.

Το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ όχι μόνον δεν ανακάμπτει εκλογικά, αλλά αντιθέτως συρρικνώνεται θεαματικά, είναι ο παράγοντας που «μπλοκάρει» τη θεσμική λειτουργία του δικομματικού συστήματος. Υπό διαφορετικές συνθήκες, όπως συνέβη ιστορικά το 1981, το 1990, το 1993, και το 2004, η διογκούμενη δυσαρέσκεια από την κυβέρνηση, θα είχε ήδη βρει διέξοδο στον αντίπαλο πόλο του δικομματισμού και θα είχε μετασχηματιστεί σε μεταστροφή του εκλογικού σώματος, προς την εναλλακτική λύση διακυβέρνησης.

Από την άλλη πλευρά, η ανυπαρξία εναλλακτικής λύσης, στο πλαίσιο της δικομματικής εναλλαγής, σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη αδυναμία του ΛΑΟΣ, να αποτελέσει αξιόπιστη λύση υποδοχής της δεξιάς δυσαρέσκειας είναι ο παράγοντας που κυριολεκτικά σώζει, με σχετικά μικρές απώλειες, την εκλογική απήχηση της ΝΔ. Σήμερα, η δεξιά διαμαρτυρία δεν έχει διέξοδο και, κατά συνέπεια, εξακολουθεί να παραμένει «εντός των τειχών» (της Νέας Δημοκρατίας).

Δομική μεταβολή

Προς το παρόν, η συσσωρευμένη κοινωνική και πολιτική δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος δεν δείχνει να κατευθύνεται, τουλάχιστον μαζικά, σε επιλογές εξόδου από το εκλογικό σώμα, δηλαδή στην αποχή, ή σε αντιεκλογικές πρακτικές. Με βάση τα δεδομένα του Βαρόμετρου, η εκλογική ρευστότητα της ψήφου που αποτυπώνεται στη μέτρηση του Φεβρουαρίου είναι μάλλον μικρή, για μη-προεκλογική περίοδο και τα σχετικά φαινόμενα περιορισμένα. Γεγονός, με μεγάλη πολιτική σημασία, διότι σημαίνει ότι, η δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος στη σημερινή συγκυρία είναι πιθανότατα αρκετά αποκρυσταλλωμένη.

Κατά, συνέπεια, υποδηλώνει μεταστροφή, που λαμβάνει όμως τη μορφή της προτίμησης (της θετικής ψήφου) προς τα λεγόμενα μικρά κόμματα του κομματικού συστήματος και πρωτίστως τον ΣΥΡΙΖΑ. Το γεγονός ότι αυτή η μεταστροφή κατευθύνεται μαζικά στον ΣΥΡΙΖΑ συνιστά οπωσδήποτε ένα νέο δεδομένο στην παρούσα συγκυρία, πρωτόγνωρο για τα μεταπολιτευτικά μεγέθη της αριστεράς. Για τούτο και αρκετοί δυσκολεύονται να το εκλάβουν, ως κάτι περισσότερο από μια ανέξοδη «δημοσκοπική εκτόνωση» των πολιτών, που ερωτώνται στις έρευνες κοινής γνώμης.

Ωστόσο, δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί το γεγονός ότι η περίοδος που διανύουμε συνιστά κυριολεκτικά έναν «πολιτικό σεισμό». Δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσο θα διαρκέσει, τι μέγεθος έχει και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις του. Εκείνο που πιθανολογούμε είναι, ότι οι συντεταγμένες της εκλογικής συμπεριφοράς που, έως σήμερα, θεωρούσαμε δεδομένες και παγιωμένες, μπορεί να αλλάζουν ριζικά και να βρισκόμαστε ενώπιον μιας δομικής μεταβολής, τη μορφή και την κατεύθυνση της οποίας δεν μπορούμε ακόμη να διαγνώσουμε.

Η αντίφαση του ΣΥΡΙΖΑ

Λόγω της δομικής αδυναμίας του ΠΑΣΟΚ, η κοινωνική και πολιτική διαμαρτυρία βρίσκει (προς το παρόν) κοινοβουλευτική διέξοδο στο ΣΥΡΙΖΑ. Οπως έχει ήδη επισημανθεί (βλέπε σχετικά Βαρόμετρο Ιανουαρίου), με βάση τα σημερινά δεδομένα, ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται στον κατεξοχήν υποδοχέα της κοινωνικής διαμαρτυρίας, όχι μόνον της αριστερής, αλλά ώς ένα βαθμό και της δεξιάς. Στον ΣΥΡΙΖΑ κατευθύνεται σχεδόν ο 1 στους 6 ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ (16%, έναντι 9% τον προηγούμενο μήνα), το 2007, ο 1 στους 8 ψηφοφόρους του ΚΚΕ (12%), αλλά και 1 στους 25 (4%) των ψηφοφόρων της Ν.Δ.

Από την άλλη πλευρά, αυτονόητα, εάν το νέο κόμμα της αριστεράς δεν καταφέρει να διαχειριστεί αποτελεσματικά αυτήν την τάση και τη δυναμική της κοινοβουλευτικής διεξόδου που δημιουργείται, τίποτα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, να προσλάβει η κοινωνική διαμαρτυρία και εξωκοινοβουλευτικές μορφές, πχ. ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων, ή υιοθέτηση ριζοσπαστικών μορφών πολιτικής διαμαρτυρίας. Αυτό το στοιχείο αναμένεται να οξύνει στο επόμενο διάστημα τη βασική αντίφαση του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος διαμαρτυρίας και (εν δυνάμει, ή de facto) κόμματος διακυβέρνησης.

Η εκτίμηση της πρόθεσης ψήφου

Η εκτίμηση της πρόθεσης ψήφου, για τον Φεβρουάριο, που δίδεται από την Public Issue (βλέπε τα σχετικά διαγράμματα), καταγράφει, σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, συνεχιζόμενες απώλειες και για τη Ν.Δ., της τάξης της μιας εκατοστιαίας μονάδας. Παράλληλα, το ποσοστό εκτιμώμενης επιρροής της, εξακολουθεί να παραμένει κάτω από το κρίσιμο ποσοστό του 40%. Η εκλογική της απήχηση εκτιμάται σήμερα σε 38,5%. Πρόκειται για το νέο χαμηλότερο ποσοστό της τετραετίας (2004 – 2007), που αριθμητικά μεταφράζεται μόνον σε 143 κοινοβουλευτικές έδρες. Οι διαρροές της Ν.Δ. προς το ΛΑΟΣ δεν είναι αξιόλογες (3% των εκλογέων του 2007). Η αποδυνάμωση της κυβέρνησης εξακολουθεί να μην ωφελεί την αντιπολίτευση.

Η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να υποχωρεί και εκτιμάται σήμερα, με βάση το Βαρόμετρο, μόλις στο 35%. Το εν λόγω ποσοστό είναι, επίσης, το χαμηλότερο, που έχει παρατηρηθεί στο Βαρόμετρο, κατά την τετραετία 2004 – 2008. Είναι χαμηλότερο και από εκείνο που καταγράφει μετά τις εκλογές του 2004, λόγω του σοκ της ήττας που υπέστη (35,5%, λίγο πριν από τις Ευρωεκλογές του Ιουνίου 2004). Με βάση τη μεταπολιτευτική εκλογική ιστορία του κόμματος, η επιρροή του ΠΑΣΟΚ κινείται σήμερα σε επίπεδα που θυμίζουν μόνον Ευρωεκλογές (34% το 2004, 33% το 1999, 38% το 1994).

Η εκτιμώμενη μηνιαία άνοδος της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ (+3,5%) αποδεικνύεται για τρίτη φορά πρωτοφανής και δείχνει ιδιαίτερα δυναμική. Για πρώτη φορά, ο ΣΥΡΙΖΑ, με ποσοστό 11,5%, καταλαμβάνει τη θέση του 3ου κοινοβουλευτικού κόμματος. Η εν λόγω εκτίμηση μεταφράζεται σε 31 βουλευτικές έδρες. Η παρατηρούμενη άνοδος είναι λογικό να οφείλεται ως ένα βαθμό και στην αλλαγή ηγεσίας (εκλογή Τσίπρα), η οποία κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της έρευνας είχε ήδη προεξοφληθεί από το εκλογικό σώμα.

Η επιρροή του ΚΚΕ επηρεάζεται αρνητικά από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, προς τον οποίο υφίσταται απώλειες, και εμφανίζεται μειωμένη σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα (7,5%, έναντι 8% προηγουμένως). Τέλος, ο ΛΑΟΣ δεν επιδεικνύει ιδιαίτερη δυναμική σημειώνοντας αύξηση της τάξης του 0,5% (4,5%, έναντι 4% προηγουμένως).