ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σχέσεις αμοιβαίας καχυποψίας μεταξύ των δύο εθνοτήτων

Αλβανοί και Σλαβομακεδόνες, παρά την αμοιβαία καχυποψία, συμβιώνουν αρμονικά μετά τον μεταξύ τους πόλεμο του 2001, που έληξε με την υπογραφή της συμφωνίας της Αχρίδας. Οι Αλβανοί, ωστόσο, που σύμφωνα με την τελευταία απογραφή αποτελούν το 25,7% του πληθυσμού -οι ίδιοι διατείνονται ότι ξεπερνούν το 35%- ουδέποτε έπαψαν να θέτουν επιπλέον διεκδικήσεις αποσκοπώντας στην de facto ομοσπονδοποίηση της FYROM, πλην όμως η σλαβομακεδονική πλευρά ανθίσταται σθεναρά, διαισθανόμενη τον κίνδυνο αλλοίωσης του «μακεδονικού» χαρακτήρα του κράτους.

«Γιατί φοβάστε τόσο πολύ εσείς οι Ελληνες τους «μακεδόνες», αφού σε δέκα με δεκαπέντε χρόνια οι Αλβανοί θα είμαστε πλειοψηφία», μου είχε πει σε μια συζήτησή μας στο Τέτοβο, ο Αλί Αχμέτι και βεβαίως η προοπτική αυτή, βέβαιη σε μερικά χρόνια αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του την αυξημένη γεννητικότητα, μοιάζει με εφιάλτη για τους Σλαβομακεδόνες. Οι Αλβανοί κέρδισαν διά των όπλων τη διευρυμένη συμμετοχή τους στην εξουσία και βελτίωσαν κατά πολύ τη θέση τους στα πολιτικοκοινωνικά και οικονομικά δρώμενα της χώρας μετά τον πόλεμο.

Και πριν από τον εμφύλιο

Συγκυβερνούν -αυτό γινόταν και πριν από τον εμφύλιο- με τους Σλαβομακεδόνες, έχουν δικούς τους υπουργούς και υφυπουργούς, επανδρώνουν την αστυνομία και τον στρατό, η γλώσσα τους αναγνωρίζεται ως επίσημη σε δήμους, όπου οι ομοεθνείς τους ξεπερνούν το 25%, διεθέτουν δικές τους εφημερίδες, και ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, εκπομπές στα κρατικά ΜΜΕ κ.ά. Παρά ταύτα, το χάσμα με τους Σλαβομακεδόνες παραμένει αγεφύρωτο.

Η άλλη πλευρά δεν μπορεί να χωνέψει ότι τους εκχώρησε μέρος της εξουσίας της και οι Αλβανοί εγείρουν διαρκώς αξιώσεις στην λογική ότι «το κράτος έπαψε να είναι μονοπώλιο των «Μακεδόνων»». Θέμα απόσχισης πάντως επί του παρόντος δεν θέτουν. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα οι δύο εθνότητες παραμένουν βαθιά διχασμένες βαδίζοντας παράλληλους δρόμους και όχι αυτούς που οδηγούν στη σύγκλιση, όπως επιθυμεί η διεθνής κοινότητα στο όνομα της σταθερότητας και της ειρήνης.

Στις αλβανοκρατούμενες δυτικές επαρχίες του Τέτοβο, Γκόστιβαρ, Στρούγκα, Κίτσεβο κ.λπ. η κοινωνία και η οικονομία, η καθημερινότητα δεν έχουν ουδεμία σχέση με τον κεντρικό κορμό, ενώ στα ορεινά χωριά της Σαρ Πλάνινα και της Τσέρνα Γκόρα στα σύνορα με το Κόσοβο, σπάνια και με χίλιες δύο προφυλάξεις προσεγγίζει η σλαβομακεδονική αστυνομία. Δεδομένων όλων αυτών η σπουδή του Δημοκρατικού Κόμματος να εγκαταλείψει την κυβέρνηση δύο εβδομάδες πριν από την κρίσιμη σύνοδο για την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, γεννά απορίες και τροφοδοτεί σενάρια στα Σκόπια. Δεν είχε λόγους λένε πολλοί πολιτικοί αναλυτές, η ηγεσία του DPA να προκαλέσει κυβερνητική κρίση σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή και εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε πολύ πιο πριν να προβάλει ή να αφήσει για μετά τη σύνοδο τα αιτήματά της.

Υποπτεύονται, λοιπόν, ότι ενδέχεται η κίνηση να αποτελεί μέρος «κρυφού σχεδίου» του Νίκολα Γκρούεφσκι, σε συνεννόηση με τον Μεντούχ Θάτσι, ώστε να πέσει η κυβέρνηση και με δεδομένο ότι δεν φτάνει ο χρόνος να γίνουν εκλογές μέχρι τη σύνοδο του ΝΑΤΟ να σχηματιστεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας όλων των κομμάτων -όπως έγινε και στον πόλεμο του 2001- η οποία θα επωμισθεί το φορτίο ενός επώδυνου συμβιβασμού με την Ελλάδα ώστε να μην απολεσθεί η ευκαιρία για την ένταξη στο ΝΑΤΟ.

«Δεν είναι πολιτικά ηλίθιος ο Γκρούεφσκι να πάρει αυτός μόνος του την ευθύνη ούτε για μια υποχώρηση στο όνομα ούτε για την μη ένταξή μας στο ΝΑΤΟ», έλεγε χαρακτηριστικά ένας εξ αυτών. Η κυβέρνηση των Σκοπίων πάντως άρπαξε ήδη την ευκαιρία και άρχισε να εκπέμπει σήματα περί αποσταθεροποίησης προς τη διεθνή κοινότητα, ελπίζοντας στην πετραιτέρω υποστήριξή της στη διένεξη με την Αθήνα.