ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Επιβραδύνεται η κάμψη του δικομματισμού

Σύμφωνα με το μηνιαίο βαρόμετρο Απριλίου της Public Issue, για τον ΣΚΑΪ και την «Καθημερινή», ο ρυθμός κάμψης της επιρροής των δύο μεγάλων κομμάτων επιβραδύνεται. Αυτό το γεγονός αποτελεί μια πρώτη ένδειξη, ότι η πολιτική σκηνή εισέρχεται ενδεχομένως σε φάση σταθεροποίησης των νέων πολιτικών συσχετισμών, που προέκυψαν ύστερα από τις ραγδαίες εξελίξεις του τελευταίου εξαμήνου (διαγράμματα 1 & 2). Σε καμιά περίπτωση, όμως, αυτό το γεγονός δεν μπορεί να εκληφθεί ως «ανάκαμψη του δικομματισμού».

Το ποσοστό της δικομματικής επιρροής που εκτιμάται σήμερα (67,5%), αποτελεί -για 5ο συνεχόμενο μήνα- νέο χαμηλότερο ρεκόρ τετραετίας και δεν αντισταθμίζει ουδόλως τις απώλειές της (των 12,5 μονάδων), που έχουν καταγραφεί μετεκλογικά. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί, ότι λόγω του πρωτοφανούς μεγέθους των συντελούμενων μετατοπίσεων του εκλογικού σώματος και της ιδιαίτερης ρευστότητας, που εξακολουθεί να καταγράφεται στις έρευνες κοινής γνώμης, σαφέστερη εκτίμηση, για τον «δομικό», ή μη χαρακτήρα, αλλά και το εύρος των συντελούμενων αλλαγών δεν μπορεί να υπάρξει ακόμη.

Ως έναν βαθμό, η καταγραφόμενη επιβράδυνση της πτώσης του δικομματισμού, οφείλεται και στην «επίδραση συσπείρωσης», που σημειώθηκε λόγω του ελληνικού βέτο στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Τάση, που -συγκυριακά- ωφέλησε πρωτευόντως τον πρωθυπουργό (διάγραμμα 3) και την κυβέρνηση, αλλά δευτερευόντως και τον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, λόγω της συναινετικής στάσης που τήρησε.

Ταυτοχρόνως, η παράλληλη εκλογική καθίζηση των δύο κομματικών πόλων, της τάξης της 0,5 εκατοστιαίας μονάδας, αντιστοίχως, έχει αποτέλεσμα να διατηρείται η διαφορά μεταξύ των δύο (η «ψαλίδα») στις 6,5 μονάδες υπέρ της Ν. Δημοκρατίας. Η διαφορά αυτή, αν και, λόγω της αποδιάρθρωσης της κοινωνικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ, εμφανίζεται διευρυμένη, σε σύγκριση με τις πρόσφατες εκλογές (4%), εντούτοις, δεν εξασφαλίζει σήμερα την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία στο πρώτο κόμμα. Η εκτιμώμενη εκλογική επιρροή της Ν.Δ. (37%), με βάση τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, αντιστοιχεί μόνον σε 139 έδρες, ενώ η αντίστοιχη του ΠΑΣΟΚ, (30,5%) σε μόλις 82.

Από την άλλη πλευρά, αυτή η διεύρυνση της πολιτικής υπεροχής της Ν.Δ. παρά τη (σημαντική) μετεκλογική συρρίκνωση της επιρροής της (-5%), της επιτρέπει ακόμη να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων. Κυρίως, όμως μια (μονομερή) «εκβιαστική δυνατότητα», ως κυρίαρχο κόμμα, να θέσει το «δίλημμα της ακυβερνησίας», σε ενδεχόμενες επαναληπτικές εκλογές, εάν δεν προκύψει αυτοδυναμία.

Συμμαχικές κυβερνήσεις

Ως προς αυτό το ζήτημα, οι κυρίαρχες προτιμήσεις του εκλογικού σώματος παραμένουν τρεις (διάγραμμα 4): επανάληψη των εκλογών (26%), οικουμενική κυβέρνηση (19%) και κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ (18%). Τα εν λόγω ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία:

1. Είναι προφανές, ότι λύση «γερμανικού τύπου», δηλαδή συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων, σήμερα δεν διαθέτει την υποστήριξη της κοινής γνώμης. Μόνον 9% των ερωτηθέντων (έναντι 10% τον προηγούμενο μήνα) τάσσεται υπέρ αυτής της προοπτικής.

2. Η προοπτική συμμαχικής κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ συγκεντρώνει σήμερα λιγότερες προτιμήσεις (18%, έναντι 21% προηγουμένως), κυρίως λόγω της εντεινόμενης περιχαράκωσης των νέων ψηφοφόρων που προσελκύει ο ΣΥΡΙΖΑ).

3. Αντιθέτως, στο εκλογικό σώμα φαίνεται να κερδίζει έδαφος η προοπτική επανάληψης των εκλογών (26%, έναντι 20% τον περασμένο Μάρτιο, διάγραμμα 4).

Υπαρκτή η κρίση

Η σημερινή κρίση του κομματικού συστήματος δεν συνιστά επικοινωνιακό τρικ, ούτε εφεύρημα των δημοσκοπήσεων. Αποτελεί απτή πολιτική πραγματικότητα, χωρίς βεβαίως η προηγούμενη διαπίστωση να μπορεί να προδικάσει τη διάρκεια και, κυρίως, την τελική της έκβαση. Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι η προηγούμενη περίοδος κλυδωνισμών του μεταπολιτευτικού δικομματισμού που γνωρίζουμε (δεκαετία του ’90), διήρκησε περίπου έξι χρόνια. Μιλώντας, σχηματικά, από τις ευρωεκλογές του 1994, έως τις βουλευτικές του 2000, όπου η επιρροή των δύο μεγάλων κομμάτων επανασταθεροποιήθηκε.

Χωρίς αμφιβολία, το στοιχείο που έχει «μπλοκάρει» τη λειτουργία του δικομματικού συστήματος είναι η εντεινόμενη αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εμφανιστεί ως εναλλακτική λύση διακυβέρνησης. Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ τείνει να αναγορευτεί de facto σε κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Από αυτήν την άποψη, είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι 4 στους 10 πολίτες (37%) θεωρούν σήμερα το ΣΥΡΙΖΑ ως το κατεξοχήν κόμμα της αντιπολίτευσης και όχι το ΠΑΣΟΚ (διάγραμμα 5). Μάλιστα, το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει στη σχετική ερώτηση ποσοστό μόλις 11%(!) και κατατάσσεται τελευταίο στη σειρά, ύστερα από το ΛΑΟΣ (13%), αλλά και το ΚΚΕ (12%). Ακόμη και οι εναπομείναντες σημερινοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, δείχνουν να εκτιμούν περισσότερο την αντιπολιτευτική ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ (38%), παρά την αντίστοιχη του δικού τους κόμματος (23% – διάγραμμα 6).