ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το μεράκι του Μποδοσάκη για τη βιομηχανία και το σαράκι της πολιτικής

Είδα για πρώτη φορά τον Μποδοσάκη την άνοιξη του 1965, όταν μαζί με άλλους δημοσιογράφους μας ξενάγησε με περηφάνια στις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις στη Λάρυμνα, όπου το νέο του μεταλλουργικό εργοστάσιο παρήγαγε 1.500 τόνους σιδηρονικέλιο τον χρόνο. Μαζί με τον Πέτσαβο στη Λαπωνία, ήταν τα μοναδικά στην Ευρώπη νικελιούχα μεταλλεύματα και η αξιοποίησή τους ανεδείκνυε τον ορυκτό πλούτο της χώρας. Εκείνη την εποχή ήμουν δημοσιογράφος στην «Αυγή» και παρ’ ότι ο Μποδοσάκης ήταν ορκισμένος αντικομμουνιστής, η εντολή της εφημερίδας μου ήταν να γράψω επαινετικά για το δημιούργημά του στη Λάρυμνα. Ηταν, άλλωστε, η εποχή που η Αριστερά ζούσε το όραμα του αδικοχαμένου Δημήτρη Μπάτση, ο οποίος με το βιβλίο του «Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα», αντιμαχόταν τους θιασώτες της Ψωροκώσταινας, η οποία ακόμη και για τον διάσημο Βαρβαρέσο δεν είχε άλλο μέλλον, παρά τη γεωργία και την κτηνοτροφία! Τον ξαναείδα για δεύτερη φορά, το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, όταν οι σύμβουλοι του νεαρού βασιλιά Κωνσταντίνου του ετοίμασαν ένα πρόγραμμα επίσκεψης στις μεγάλες βιομηχανίες και τον συνοδεύσαμε και εμείς οι δημοσιογράφοι. Αυτή τη φορά, πήγαμε στη Δραπετσώνα, στις εγκαταστάσεις της Ανώνυμης Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων, που ήταν η μεγαλύτερη επιχείρηση του Μποδοσάκη και η πρώτη χημική βιομηχανία της χώρας.

Ο Μποδοσάκης παρέθεσε ένα πλούσιο τραπέζι στον άνακτα με καλύτερο πιάτο, ένα δικής του ευρεσιτεχνίας, λεπτό κοκορέτσι(!) και είπε λίγα λόγια να τον καλωσορίσει. Τον παρακολουθούσα εντυπωσιασμένος, καθώς μιλούσε σιγά, αργά και με χαμηλωμένα πάντα τα μάτια, όπως όλοι οι Μικρασιάτες, που είχαν ζήσει για χρόνια την τουρκική τυραννία. Οταν, όμως, ξαφνικά και για μια στιγμή σήκωσε τα μάτια, αστραποβολούσε το βλέμμα του, άλλοτε δαιμονικά και άλλοτε σαρκαστικά και αντιλαμβανόσουν αμέσως ότι απέναντί σου είχες όχι μόνο έναν διορατικό, δραστήριο και τολμηρό επιχειρηματία, αλλά και μια πολυμήχανη και αδίστακτη προσωπικότητα, έναν άνθρωπο διψασμένο για δύναμη και εξουσία.

Δημιουργός

Και όντως, ήταν και τα δύο ο Μποδοσάκης, ο μπέης της ελληνικής βιομηχανίας. Πρώτα απ’ όλα, δημιουργός, αφού το μεράκι του ήταν να στήνει βαριές βιομηχανίες, που αξιοποιούσαν τον ορυκτό πλούτο της χώρας, όπως η ΛΙΠΤΟΛ στην Πτολεμαΐδα με τον Λιγνίτη, η Λάρυμνα με το νικέλιο, η Κασσάνδρα με τον σιδηροπυρίτη, τα Λιπάσματα, το Καλυκοποιείο και το Πυριτιδοποιείο κ.λπ., όλα σε συνεργασία με τους πιο φημισμένους διεθνείς βιομηχανικούς οίκους, όπως π.χ. ο οίκος Krupp της Γερμανίας. Οπως μου έλεγε αργότερα ο ίδιος: «Με τα πολλά λεφτά που απέκτησα στην Τουρκία, (όπου ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στα 15 του χρόνια ως αλευροβιομήχανος) θα μπορούσα εύκολα να γίνω ένας μεγάλος εφοπλιστής ή ένας δυνατός τραπεζίτης. Τίποτε από αυτά όμως δεν με συγκινούσε. Το μεράκι μου ήταν να φτιάχνω εργοστάσια και να αντικρίζω τον καπνό που άφηναν οι υψικάμινοι!». Και το όνειρό του έγινε πραγματικότητα όταν γύρω στη δεκαετία του ’60 έφθασε ο Μποδοσάκης να έχει στην ιδιοκτησία του τη μισή βιομηχανία της χώρας!

Τον Μάιο του 1956 επισκέφθηκε επισήμως την Ελλάδα ο Γερμανός πρόεδρος Χόις και στη δεξίωση προς τιμήν του στα ανάκτορα, όταν έφθασε καλεσμένος και ο Μποδοσάκης, ο αυλάρχης της βασίλισσας Λελούδας, τον οδήγησε κατευθείαν στη Φρειδερίκη. Και εκείνη παρουσίασε τον Μποδοσάκη στον Γερμανό Πρόεδρο λέγοντάς του: «Αυτός είναι η Ελλάς!». Και όντως ο Μποδοσάκης με τον δεσμό του με τα Ανάκτορα, τις άριστες σχέσεις του με Πλαστήρα και Παπάγο, με Μαρκεζίνη και Σοφοκλή Βενιζέλο, με Αμερικανούς, Αγγλους και Γερμανούς κ.λπ. διαφέντευε την ελληνική οικονομία στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτός ήταν που είπε την περίφημη φράση «Οι επιχειρηματίες είναι πάντα με το γκουβέρνο», που έγινε απαραβίαστο δόγμα για τους μετέπειτα προέδρους του ΣΕΒ. Τη διαφέντευε αυταρχικά και με σκληρότητα, αφού αν το μπορούσε εξόντωνε τους ανταγωνιστές του. «Πνίχτε μου τον Ανδρεάδη», ζητούσε από κυβερνητικό παράγοντα, όταν ο Χιώτης τραπεζίτης ξεκίνησε να φτιάξει στη Νέα Καρβάλη το 1962, εργοστάσιο φωσφορικών λιπασμάτων. Το 1947, όταν είχε ολοκληρώσει την εξαγορά από τον Αλέκο Κανελλόπουλο των Λιπασμάτων της Δραπετσώνας που όδευαν προς χρεοκοπία, άλλαξε με δικούς του ανθρώπους όλα τα στελέχη και ο πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας Αλ. Διομήδης του είπε: «Συμπεριφέρεσαι σαν να είσαι γενικός γραμματέας κόμματος, σαν τον Στάλιν δηλαδή, αφού διευθύνεις την αυτοκρατορία σου με σιδερένια πυγμή».

Το μοιραίο λάθος όμως, αυτού του γίγαντα της ελληνικής βιομηχανίας, που του στοίχισε περιπέτειες και συγκρούσεις, ήταν ότι μαζί με το μεράκι του δημιουργού είχε και το σαράκι της πολιτικής και την άμετρη φιλοδοξία να κατευθύνει από το παρασκήνιο την πολιτική ζωή της χώρας. Το μικρόβιο της πολιτικής το «κόλλησε» όταν γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που ήταν άλλωστε ο αγαπημένος όλων των αλύτρωτων Μικρασιατών. Τον γνώρισε σαν πρωθυπουργό τον Δεκέμβριο του 1919, σε μια συνάντηση στο σπίτι του Εθνάρχη στη γωνία της λεωφόρου Πανεπιστημίου και της οδού Αμερικής και γοητεύθηκε. Οπως έχει γράψει ο ίδιος στις προσωπικές του σημειώσεις, «όταν έφυγα από το σπίτι του πρωθυπουργού, ένιωθα διαφορετικός άνθρωπος. Είχε ενσταλάξει στην ψυχή μου τη βαθύτατη πίστη του στα πεπρωμένα της φυλής μας». Από τότε ο Μποδοσάκης έκανε ό,τι του υπεδείκνυε ο Βενιζέλος, τις επιθυμίες του οποίου άλλωστε και χρόνια πριν τις ικανοποιούσε. Ετσι, τον Δεκέμβριο του 1918 αγόρασε έναντι 5.250.000 γαλλικών φράγκων, το πολυτελέστερο ξενοδοχείο της Κωνσταντινούπολης το «Πέρα Παλλάς» που ανήκε στη γαλλική εταιρεία «Wagons-Lits» γιατί ο συνταγματάρχης Γεώργιος Κατεχάκης του είπε ότι ο Βενιζέλος θα ήθελε να καταλύουν στο ξενοδοχείο αυτό οι Ελληνες αξιωματικοί που είχαν πλημμυρίσει την Πόλη. Επίσης, το 1921, κατόπιν πάλι επιθυμίας του Βενιζέλου έδωσε το σεβαστό ποσό των 40.000 χρυσών λιρών στον Δημήτριο Λαμπράκη για να εκδώσει δύο βενιζελικές εφημερίδες, το «Ελεύθερο Βήμα» και τα «Αθηναϊκά Νέα».

Πολιτικός που επηρέασε επίσης καθοριστικά τη δραστηριότητα του Μποδοσάκη απεδείχθη και ο Σπύρος Μαρκεζίνης, τον οποίο θαύμαζε για την ευφυΐα και την τόλμη του στην οικονομία, αποκορύφωμα της οποίας ήταν η υποτίμηση της δραχμής και η απελευθέρωση των εισαγωγών το 1953. Οταν ο Μαρκεζίνης παραιτήθηκε από υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης Παπάγου την 1.4.1954, ο Μποδοσάκης παρέμεινε φίλος, υποστηρικτής του και συνεργάτης του μέχρι τον θάνατό του. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η κυβέρνηση Μαρκεζίνη που έγινε το 1973 μετά το Πολυτεχνείο στελεχώθηκε από υπουργούς που πρότεινε ο Μποδοσάκης.

Καχυποψία

Η στενή σχέση του Μποδοσάκη με τη Φρειδερίκη και τα συχνά διαβούλια στο σπίτι του Μαρκεζίνη με Λαμπράκη και Σοφοκλή Βενιζέλο για τα οποία ενημερωνόταν η βασίλισσα είχαν ενοχλήσει τον Καραμανλή από τις πρώτες ημέρες της πρωθυπουργίας του τον Οκτώβριο του 1955 και του το διεμήνυσε με τη φράση «κάθησε ήσυχα!», όταν τον θεώρησε υποκινητή της βίαιης επίθεσης της κεντρώας αντιπολίτευσης που οδήγησε στις 28 Μαΐου 1956 στην παραίτηση του υπουργού Εξωτερικών Σπύρου Θεοτόκη. Ο Μποδοσάκης ζήτησε να δει τον Καραμανλή και του είπε: «Δεν λέω ότι εγκατέλειψα τον Μαρκεζίνη, θα ήμουν άνανδρος αν το έκανα, ούτε κρύβω ότι είμαι βενιζελογενής. Αλλά στις εκλογές σε ψήφισα. Γιατί να σε πολεμήσω τώρα; Για να φέρω ποιον;». Η καχυποψία όμως μεταξύ των δύο αυτών ανδρών, που είχαν κοινά χαρακτηριστικά, την υπεροψία και την αυταρχικότητα, παρέμεινε έντονη και όταν τον Φεβρουάριο του 1958, ο Παπαληγούρας, ο Ράλλης και άλλοι 13 βουλευτές έφυγαν από την ΕΡΕ, ο Καραμανλής απέδωσε την κίνηση σε συνωμοσία του Μποδοσάκη με τον φίλο του αυλάρχη του Παύλου, τον πτέραρχο Ποταμιάνο.

Οι μετοχές

Ο Καραμανλής προχώρησε το 1958 σε πρόωρες εκλογές με ενισχυμένη αναλογική και όταν τις κέρδισε φέρθηκε με σκληρότητα στον Μποδοσάκη την «εκτέλεση» του οποίου ανέθεσε σε δύο φανατικούς αντιβενιζελικούς. Στον υπουργό Συντονισμού Αριστείδη Πρωτοπαπαδάκη που ποτέ δεν είχε λησμονήσει την προ 35ετίας εκτέλεση του πατέρα του από την Επανάσταση του ’22 και στον διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Δημήτρη Χέλμη. Εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη για πρόσθετο δανεισμό του Μποδοσάκη τον ανάγκασαν να εκχωρήσει στο κράτος τις μετοχές της ΛΙΠΤΟΛ, που ήταν το μεγαλύτερο βιομηχανικό συγκρότημα στη Βόρειο Ελλάδα με ορυχείο λιγνίτη, εργοστάσιο παραγωγής λιγνιτοπλίνθων, εργοστάσιο αζωτούχων λιπασμάτων, ατμοηλεκτρικό σταθμό κ.λπ. Με παράπονο ο Μποδοσάκης έγραφε: «Μου πήραν ένα έργο που χωρίς τη δική μου αποκλειστική πρωτοβουλία, τον δικό μου μόχθο, τις δικές μου γνωριμίες και τις δικές μου δαπάνες δεν θα είχε γίνει ποτέ». Ο Καραμανλής αποπειράθηκε να του πάρει επίσης τη Δραπετσώνα και το Καλυκοποιείο αλλά τελικά με συμβιβαστική παρέμβαση του Σοφοκλή Βενιζέλου δεν δόθηκε συνέχεια. Από τη σύγκρουση των δύο ανδρών ζημιωμένη βγήκε φυσικά η οικονομία, διότι πράγματι ο Μποδοσάκης είχε τέτοιες γνωριμίες και κύρος στο εξωτερικό που θα έφερνε μεγάλες επενδύσεις στη χώρα. Τον Νοέμβριο του 1954 όταν ήλθε στην Ελλάδα ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας της Γερμανίας, ο δημιουργός του γερμανικού θαύματος, ο δρ Ερχαρτ και επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις, των Λιπασμάτων και της Λάρυμνας συνέστησε στον Μποδοσάκη «προχώρα στην Πτολεμαΐδα» και όταν αυτός του είπε: «Ναι, αλλά χρειάζομαι λεφτά», η απάντηση του Ερχαρτ ήταν: «Από εμάς θα έχεις όσα θέλεις. Και όχι μόνο για την Πτολεμαΐδα αλλά και για οποιαδήποτε άλλη δική σου επιχείρηση. Γιατί σ’ εσένα προσωπικά έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη».

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης συναντούσα τακτικά τον Μποδοσάκη. Το 1976 μου τηλεφώνησε η Ελένη Βλάχου και μου είπε: «Πήγαινε να τον δεις. Είναι gnue. Θα μάθεις πολλά». Με καλούσε στο γραφείο του και αρκετές φορές στο σπίτι του (ελάχιστους τους δέχομαι εδώ μου έλεγε φιλικά) και μου διηγείτο ιστορίες από τα παλιά. Πολλές απ’ αυτές τις έχω ήδη γράψει στην «Καθημερινή», όπως την πολυτάραχη συνάντησή του με τον Γκέρινγκ το ’38 στο ανάκτορό του στο Βερολίνο όπου τον απείλησε γιατί το Καλυκοποιείο προμήθευε με όπλα τους Κόκκινους στην Ισπανία. «Αυτούς που λέτε κόκκινους εγώ τους ξέρω για κυβερνητικούς», απάντησε πονηρά ο Μικρασιάτης. Στις εκλογές του 1977 πηγαίνοντας στο γραφείο του είδα απ’ έξω μια σειρά πολυτελείς τσάντες. Ερώτησα αφελώς περί τίνος πρόκειται και μου απάντησε με ένα αδιόρατο χαμόγελο: «Λεφτά είναι τζάνουμ. Εκλογές δεν γίνονται; Πρέπει να βοηθήσουμε και εμείς». Και μια άλλη φορά τραβώντας το συρτάρι του γραφείου του μου είπε: «Ολα τα μυστικά της πολιτικής ζωής γνωρίζει το συρτάρι αυτό. Μόνο αυτόν τον βελζεβούλη, τον Παπαληγούρα, αλλά και τον Ράλλη δεν συνάντησε».

Επεισόδιο

Τελειώνοντας θέλω να σημειώσω ένα επεισόδιο που έζησα και που αποδεικνύει τις εθνικές ευαισθησίες αυτού του σκληρού άνδρα που με τις προσφορές του στην πατρίδα ανεδείχθη όπως έλεγε και ο Μαρκεζίνης «σε εν ζωή εθνικός ευεργέτης». Το επεισόδιο συνέβη τον Οκτώβριο του 1976 στο γραφείο του τότε υπουργού Συντονισμού Παναγή Παπαληγούρα. Είχα ραντεβού μαζί του στις 8.30 το πρωί, αλλά η γραμματέας του κ. Τσούκα μου είπε να περιμένω γιατί μέσα ήταν ο Μποδοσάκης και ο διευθυντής του υπουργείου κ. Σάκης Χαλκιάδης. Οπως έμαθα μετά, ο Μποδοσάκης καβγάδιζε, ζητώντας να του δοθεί ακέραιη η επιδότηση της 1574 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής για τις εξαγωγές σε νικέλιο, που την υπολόγιζε ο ίδιος σε 18 εκατ. δρχ. και ο Χαλκιάδης την κατέβαζε στα 14. Ο Μπέης φώναζε στον Παναγή «να εφαρμόσεις τον νόμο και να μου δώσεις την επιδότηση που δικαιούμαι όπως τη δίνεις στον Κατσάμπα και τον Δράκο».

Πάνω στον καβγά μπαίνει στο γραφείο ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, Ευάγ. Αβέρωφ και λέει αναστατωμένος: «Παναγή, πρέπει να δώσεις αμέσως εντολή στον υπουργό Οικονομικών (Ευάγγ. Δεβλέτογλου) να στείλει παρευθύς επιταγή στα ναυπηγεία της Βρέμης για να πάρουμε τη φρεγάτα του ναυτικού μας. Τηλεφώνησα στον Δεβλέτογλου, αλλά μου είπε ότι ο προϋπολογισμός του υπουργείου μου έχει εξαντληθεί και αρνείται να στείλει την επιταγή». Ολα αυτά ο Αβέρωφ τα έλεγε με άγχος και αγωνία και ο Μπέης, που τον άκουγε εντυπωσιασμένος, βγάζει ξαφνικά από τη μέσα τσέπη του σακακιού του ένα μπλοκ επιταγών, υπογράφει μία και τη δίνει του Παπαληγούρα, λέγοντας: «Παναγή ξέχασε τα λεφτά που μου χρωστάς. Δεν τα θέλω. Αφού η αγορά της φρεγάτας είναι για την Ελλάδα πάρε την επιταγή και δώστη στον Αβέρωφ». Η επιταγή που υπέγραψε ο Μποδοσάκης ήταν για 174 εκατ. δρχ. Η κ. Τσούκα δύο φορές έφερε καταπραϋντικά χάπια στον νευρώδη υπουργό: Μια κατά τη διάρκεια του καβγά για τα 14 εκατ. της επιδότησης και μια μετά για να τον ισορροπήσει από το σοκ της επιταγής των 174 εκατ. δρχ. Ο Παπαληγούρας και ο Αβέρωφ ασπάστηκαν πολλές φορές τον Μποδοσάκη, ευχαριστώντας τον.