ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πολιτικό όπλο η ψήφος των πιστών

Το «κόμμα της Εκκλησίας» χτίστηκε με μεθοδικότητα και σφραγίστηκε από την ισχυρή προσωπικότητα του Χριστόδουλου μέσω «λαοσυνάξεων», διεκδικήσεων εκατομμυρίων ευρώ και, κυρίως, μέσω του φόβου ενός όλο και πιο αδύναμου πολιτικού συστήματος. Ο αγώνας για επιρροή συνάντησε την αγωνία για ψήφους.

«Λέγαμε για χρόνια ότι η Εκκλησία ζει στον κόσμο της, μακριά από την πραγματικότητα. Τελικά, η Εκκλησία ζει στον εδώ κόσμο πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε». Με τα παραπάνω λόγια ο Θανάσης Παπαθανασίου (δρ Θεολογίας, αρχισυντάκτης της «Σύναξης» – από τα πλέον έγκυρα ιστορικά περιοδικά της Ορθοδοξίας) περιγράφει το κλίμα αλλά και τις αντιδράσεις που υπάρχουν πλέον στο εσωτερικό της Εκκλησίας («κυρίως από θεολόγους της μέσης εκπαίδευσης, αλλά και ιερείς»).

Εχει πολιτική επιρροή η Εκκλησία ή επιρροή σε πολιτικούς; Για δεκαετίες συνέβαινε το δεύτερο, αλλά αρκετές φορές επιχειρήθηκε -η πιο σημαντική από τον προηγούμενο αρχιεπίσκοπο- το πρώτο. Η πολιτική επιρροή προϋποθέτει ή προεξοφλεί την οικονομική ισχύ. Τα προσπάθησε και τα δύο ο Χριστόδουλος. Και κάποιες φορές πρέπει να πίστεψε ότι το είχε πετύχει, όταν κάτω από τα λάβαρα στριμώχνονταν πολιτικοί από τα δύο μεγάλα κόμματα με πάντοτε σαφώς εμφανέστερη την παρουσία από τη Ν.Δ. Αλλωστε το «δημοψήφισμα» για τις ταυτότητες είχε αντλήσει την πολιτική νομιμοποίηση με την υπογραφή του K. Καραμανλή.

Παραδοσιακοί φίλοι

Οπως και στη «λαοσύναξη» για τις ταυτότητες στις 21 Ιουνίου 2000, (μια μέρα αφότου η Ελλάδα πέτυχε την είσοδο στην ONE!), παραβρέθηκε τουλάχιστον η μισή κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. (ανάμεσά τους οι M. Εβερτ, Αννα Ψαρούδα – Μπενάκη, Π. Παναγιωτόπουλος, Βύρων Πολύδωρας, Γ. Καλός και Κατερίνα Παπακώστα). Στους παραδοσιακούς φίλους της Εκκλησίας περιλαμβάνεται η πλειονότητα των βουλευτών της Ν.Δ., αλλά με την Ιεραρχία προνομιακές σχέσεις φέρονται να διατηρούν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης -πάντως η Ντόρα Μπακογιάννη δεν υπέγραψε για τις ταυτότητες- ο Βασίλης Μιχαλολιάκος, ενώ ο Μανόλης Κεφαλογιάννης, ως υπουργός Ναυτιλίας, διέθετε το μοναδικό φουσκωτό του Λιμενικού στην Παροναξία για τα μπάνια του μακαριστού Χριστόδουλου στην Αμοργό.

Εκτός από τη «Δεξιά του Κυρίου», άνοιξε στην Εκκλησία -με τη Μεταπολίτευση- ένα παράθυρο αριστερότερα. Ο Νίκος Σηφουνάκης θυμάται την περίοδο που ήταν στο υπουργείο Πολιτισμού: «Τέλη 1993 – αρχές 1994, ένας αρχιμανδρίτης στον Αγιο Γεώργιο απέναντι από τη Ροτόντα -νομίζω τ’ όνομά του είναι Τασιάς- απολάμβανε μεγάλου κύρους από σημαντικό κομμάτι των πιστών της περιοχής. Αυτός λοιπόν είχε ζητήσει επίσημα τη μετατροπή της Ροτόντας σε ναό. Τι πιέσεις δέχθηκα τότε για να του κάνουμε τη χάρη. Πολλοί ισχυροί παράγοντες του ΠΑΣΟΚ στη Θεσσαλονίκη με πίεζαν ενώ μου είχε τηλεφωνήσει και η Δήμητρα. Πώς έφθασε μέχρι εκεί; Πάντως, ευτυχώς βρέθηκε έγγραφο του Ελευθέριου Βενιζέλου που τη χαρακτήριζε ως «ρωμαϊκό μνημείο»».

Τρίτσης και Σημίτης

Ενας άλλος Βενιζέλος, ο Ευάγγελος, λίγες βδομάδες μετά τις εκλογές του 2004 δεν δίστασε να μιλήσει για τον «προτεσταντισμό» του Σημίτη: «Κάναμε σαφώς λάθος χειρισμό στο θέμα των ταυτοτήτων. Δεν μπορείς να αγνοείς τον Αρχιεπίσκοπο και να τον μειώνεις έτσι. Ο Χριστόδουλος στο θέμα του χειρισμού είχε απόλυτο δίκιο. Το ΠΑΣΟΚ πλήρωσε τον προτεσταντισμό του Σημίτη. Είχε σχέδιο (ο Σημίτης) και το ΠΑΣΟΚ το πλήρωσε» («Εψιλον», 30/5/2004). Οι καλές σχέσεις του Ευ. Βενιζέλου με την Εκκλησία είχαν άλλωστε εκφραστεί με τον πιο επίσημο τρόπο: στις 24 Μαΐου 2001 με αφορμή έκθεση στο Βυζαντινό Μουσείο, ο μακαριστός Χριστόδουλος είχε δηλώσει πως «είμαστε περήφανοι που έχουμε τέτοιον υπουργό στον Πολιτισμό με ενδιαφέροντα εκκλησιαστικά». (Μια δεκαετία πριν, μια τέτοια δήλωση θα ήταν αδιανόητη για στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Αλλά το πρωτοφανές άδειασμα του Αντώνη Τρίτση από τον Ανδρέα Παπανδρέου και η στροφή 180 μοιρών στο θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας, το 1988, έδειξε την αυξανόμενη επιρροή της Εκκλησίας και προς τα αριστερά.)

Το «πάθημα Τρίτση» μελετήθηκε με πολλή προσοχή από άλλους πολιτικούς του ΠΑΣΟΚ, ιδίως δε από τον Πέτρο Ευθυμίου και (λιγότερο) από τον Ανδρέα Λοβέρδο.

Σε μια άλλη στιγμή αξιοπρόσεκτης πολιτικής σύμπνοιας ο Ευάγγελος Βενιζέλος (ως υπουργός Πολιτισμού) και ο Προκόπης Παυλόπουλος συμφώνησαν με τη θέση της Εκκλησίας και λογοκρίθηκε ο πίνακας Βέλγου εικαστικού στην έκθεση Οutlook.

Η αίσθηση της πολιτικής ισχύος που κυριάρχησε στην Αρχιεπισκοπή (αλλά και στο Πατριαρχείο) την τελευταία δεκαετία δεν μπορούσε παρά να εκφραστεί από μια εκκοσμικευμένη (και «αποπνευματικοποιημένη) Ιεραρχία και στο οικονομικό πεδίο. Το τρίτο αλλά και το τέταρτο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης ένιωσαν την πίεση της Εκκλησίας για προγράμματα ύψους 400.000.000 ευρώ (παρά τη διαπιστωμένη αδυναμία της για ορθή διαχείριση). Ηδη η Εκκλησία είχε αποκτήσει μια προνομιακή μεταχείριση από τα κονδύλια του υπουργείου Εξωτερικών. Ο τότε αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Ευριπίδης Στυλιανίδης «χρύσωσε» τη μη κυβερνητική οργάνωση της Εκκλησίας «Αλληλεγγύη» με σχεδόν την αποκλειστικότητα της βοήθειας στο «τσουνάμι» του Ειρηνικού και στο Ιράκ με τις γνωστές συνέπειες (και τα σκάνδαλα εκατομμυρίων ευρώ). Καταγράφηκαν μάλιστα και υπερβολές, ενδεικτικές της πολιτικής προτεραιότητας, όχι στην αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων αλλά στην ικανοποίηση της Εκκλησίας. Ξενώνας κακοποιημένων γυναικών από την «Αλληλεγγύη» με συγχρηματοδότηση από το ΥΠΕΞ εγκαινιάστηκε με την παρουσία του κ. Στυλιανίδη και όλων των καναλιών (όταν στοιχειώδεις λόγοι προφύλαξης επιβάλλουν να είναι μυστική η διεύθυνση τέτοιων κέντρων). Στις τελευταίες εκλογές ο κ. Στυλιανίδης εξελέγη μόλις με μερικές δεκάδες ψήφων διαφορά από τον δεύτερο (μειονοτικό) συνυποψήφιό του. Πώς λοιπόν ως υπουργός Παιδείας αμέσως μετά, να μην «κόψει» το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄Δημοτικού;

Κρατική Εκκλησία

Η ελληνική Εκκλησία γεννήθηκε από το κράτος. Είναι κρατική Εκκλησία. Μάλιστα η επιλογή του αυτοκέφαλου (ανεξαρτησία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο) ήταν μια πολιτική επιλογή του ελληνικού κράτους, για λόγους όχι πολύ διαφορετικούς από αυτούς που επέβαλε ο βουλγαρικός εθνικισμός στη βουλγαρική Εκκλησία επίσης να αυτονομηθεί από την Κωνσταντινούπολη. Στην πορεία της συνδέθηκε στενά με την προχουντική Δεξιά. Αλλά η εμπλοκή σχεδόν όλων των τότε μητροπολιτών με τη χουντική επταετία (και άλλων, όπως του μακαριστού Χριστόδουλου και του νυν Θεσσαλονίκης Ανθιμου – σχετικές φωτογραφίες στο «Μάστιγα του Θεού» από τον Μ. Βασιλάκη, εκδ. Γνώσεις) επέβαλε τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης τη σιωπή στην Ιεραρχία. Αλλά, όπως φάνηκε, προσωρινά. Μάλιστα, πολύ αργότερα, η Μαρία Δαμανάκη πρέπει να εξεπλάγη όταν η πρόταση της Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ για τη Σχέση Εκκλησίας – Κράτους, στην οποία προΐστατο, δεν μίλησε τελικά καθαρά για χωρισμό Εκκλησίας – Κράτους αλλά για «διάκριση εξουσιών». Αυτό το 2004!

Η πολιτική επιρροή της Εκκλησίας διευκολύνεται και από τη δομή της. Οι ιερείς (σε αντίθεση με την οργάνωση της Καθολικής Εκκλησίας) είναι διοικητικά δέσμιοι των μητροπολιτών, αν και μισθοδοτούνται από το κράτος. Αυτό διευκολύνει τη συγκέντρωση της επιρροής και τελικώς τον έλεγχο της σταυροδοσίας (ιδίως στην περιφέρεια – όπου όμως οι διαφορές σε ψήφους μεταξύ των υποψηφίων βουλευτών είναι πολύ μικρές).

Μια περίεργη υπόθεση, τρία χρόνια πριν, έδειξε πώς η διαπλοκή της Εκκλησίας με την εκτελεστική και δικαστική εξουσία μπορεί και να πάρει και τη μορφή του «παρακράτους»: Βαβύλης και επιχειρήσεις Magna Graecia και Πατριαρχείο Ιεροσολύμων…

«Αφύσικος εναγκαλισμός» με Δικαιοσύνη

Η υπόθεση Γιοσάκη αντιμετωπίστηκε από την ιεραρχία ως «άσχετη με τα ενδιαφέροντα και τις επιδιώξεις της Εκκλησίας». Ωστόσο, η επιρροή της Εκκλησίας θεωρείται βέβαιη στο χώρο της Δικαιοσύνης.

Ο πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στέφανος Ματθίας θα μιλήσει για «αφύσικο εναγκαλισμό» και θα περιγράψει τα «συμπτώματα»: «Καθιέρωση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη ως προστάτη του δικαστικού σώματος, δικαστική αργία κατά την ημέρα που εορτάζεται ο Αγιος, λειτουργίες, λιτανείες και αγρυπνίες στο φερώνυμο ναό, παρουσία εκπροσώπου της Εκκλησίας σε εκδηλώσεις της Δικαιοσύνης. Σ’ αυτά έρχεται τώρα να προστεθεί η οικοδόμηση και λειτουργία ναού στο χώρο του Αρείου Πάγου. Την ίδια πρωτοβουλία, για την ίδρυση και λειτουργία ναού στον Αρειο Πάγο, είχε εκδηλώσει η Εκκλησία και πριν από δέκα περίπου χρόνια. Συνάντησε όμως τότε αντιστάσεις και το «σχέδιο» δεν προχώρησε. Τώρα βρήκε πρόθυμα ώτα».