ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα «ιερά οικονομικά» έχουν… ζηλευτή πορεία

Οι κτηματομεσιτικές δραστηριότητες της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου και τα τεράστια χρηματικά ποσά, που όπως όλα δείχνουν κατέληξαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, επαναφέρουν στο προσκήνιο το μείζον ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Μιας περιουσίας που «κατανέμεται» σε 6.700 εκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και που το πραγματικό της μέγεθος αλλά και η συνολική της αξία είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποτυπωθούν επακριβώς – και αυτό από μόνο του λέει πολλά.

Εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα δασικών, αγροτικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, εκατοντάδες ακίνητα, μετοχές και καταθέσεις εκατομμυρίων ευρώ ανήκουν στην κεντρική διοίκηση, τις 80 μητροπόλεις, τις Ιερές Μονές και τους ενοριακούς Ναούς της Εκκλησίας της Ελλάδος. Εάν συνυπολογιστούν και τα περιουσιακά στοιχεία των πρεσβυγενών Πατριαρχείων, της ημιαυτόνομης Εκκλησίας της Κρήτης, των μητροπόλεων της Δωδεκανήσου καθώς και του Αγίου Ορους -εντός και εκτός του Αθωνα- τότε η εκκλησιαστική περιουσία καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση μετά την περιουσία του ελληνικού κράτους.

«Από το ποσοστό του 100% της συνολικής περιουσίας το έτος 1830, το 2002 απέμεινε στην Εκκλησία της Ελλάδος μόνον το 4%!» υποστήριζε σε ενημερωτικό σημείωμά του, το 2002, ο τότε γενικός διευθυντής της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Οικονομικής Υπηρεσίας (ΕΚΥΟ) κ. Κωνσταντίνος Πυλαρινός. Αυτό το 4% ωστόσο «αντανακλά» σε μια τεράστια περιουσία την οποία η Εκκλησία της Ελλάδος, όπως με κάθε ευκαιρία η ίδια υποστηρίζει, αξιοποιεί για να στηρίξει το πνευματικό, φιλανθρωπικό και προνοιακό της έργο…

Γόνιμη η τελευταία δεκαετία

Την «καρδιά» των περιουσιακών στοιχείων της Ελλαδικής Εκκλησίας αποτελεί η ρευστοποιήσιμη, κινητή και ακίνητη, μοναστηριακή περιουσία που κληρονόμησε από τον παλαιό ΟΔΕΠ (Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας) η ΕΚΥΟ και η οποία την διαχειρίζεται για λογαριασμό της Ιεράς Συνόδου. Είναι χαρακτηριστικό πως, κυρίως την τελευταία δεκαετία, η περιουσία αυτή εκτοξεύθηκε. Το 2007 τα έσοδα της ΕΚΥΟ ανήλθαν σε 25 εκατομμύρια ευρώ από τα 13.521.289 ευρώ που ήταν το 2002. Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού αυτού, περίπου τα 12 εκατομμύρια, προέρχεται από τα ενοίκια που εισπράττει η κεντρική εκκλησιαστική διοίκηση από την εκμίσθωση περίπου 800 ακινήτων που διαθέτει στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την υπόλοιπη Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί πως από το 2002 μέχρι και το 2006 η ΕΚΥΟ πλήρωσε περισσότερα από 4 εκατομμύρια ευρώ σε φόρο εισοδήματος.

«Η αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας δεν έχει γίνει στον βαθμό που θα έπρεπε να είχε γίνει και ο λόγος είναι πως η περιουσία αυτή σε ένα σημαντικό της μέρος έχει δεσμευθεί είτε από κρατικούς φορείς είτε από ΟΤΑ», επισημαίνει στην «Κ» ο νέος γενικός διευθυντής της ΕΚΥΟ κ. Αντώνης Ζαμπέλης. Είναι χαρακτηριστικό πως την τελευταία πενταετία η Εκκλησία πέτυχε ύστερα από προσφυγή της στη Δικαιοσύνη, την αποδέσμευση εκκλησιαστικών εκτάσεων στη Βουλιαγμένη που η αντικειμενική τους αξία υπολογίζεται πως ξεπερνάει τα 500.000.000 ευρώ. Πρόσφατα, μάλιστα, η ΕΚΥΟ ζήτησε από τραπεζικούς ομίλους να προχωρήσουν στην εμπορική και μισθωτική αξιολόγηση όλων των ακινήτων της.

Ανέπαφοι λογαριασμοί

Η θετική εικόνα των «Ιερών Οικονομικών» αποτυπώνεται στους πλεονασματικούς απολογισμούς της ΕΚΥΟ αλλά και στα διαθέσιμα της Εκκλησίας, τα οποία ανέρχονται περίπου στα 45 εκατομμύρια ευρώ από 23 εκατομμύρια που ήταν το 2000. Δύο ακόμα «ιεροί» τραπεζικοί λογαριασμοί, που παραμένουν ανέπαφοι από το άνοιγμά τους, παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις. Στον πρώτο με την ονομασία «Λογαριασμός του Συνοδικού Μεγάρου» είναι κατατεθειμένα 8.611.956 ευρώ ενώ το 1999 το ποσό ανερχόταν στα 4.100.000. Ο δεύτερος φέρει την κωδική ονομασία «Λογαριασμός των Δημοσίων Επενδύσεων» και περιέχει περίπου 12.000.000. ευρώ έναντι 8.000.000 ευρώ που είχε πριν από δέκα χρόνια. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί πως το αρχικό χρηματικό ποσό αυτού του λογαριασμού προήλθε από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και αποτέλεσε το αντικείμενο του οικονομικού σκανδάλου που «σημάδεψε» την αρχιεπισκοπική εκλογή του 1998.

Φιλανθρωπικό έργο

Ιδιαίτερα… αξιοπρόσεκτο είναι και το μετοχικό χαρτοφυλάκιο της Εκκλησίας που πέρσι της απέδωσε μερίσματα ύψους περίπου 6,2 εκατομμύρια ευρώ. Συγκεκριμένα η ΕΚΥΟ διαθέτει 5.947.492 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος χρηματιστηριακής αξίας 277.747.876 ευρώ. Επίσης 391.155 μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς αξίας 6.594.873 καθώς και 13.086 μετοχές της Τράπεζας της Ελλάδος.

Την ίδια στιγμή μέσω της ΕΚΥΟ η Ελλαδική Εκκλησία αναπτύσσει και το φιλανθρωπικό και προνοιακό της έργο. Συγκεκριμένα πέρσι διέθεσε 500.000 ευρώ για τους πυρόπληκτους, περίπου 1.100.000 για το επίδομα τρίτου τέκνου των χριστιανικών οικογενειών της Θράκης καθώς επίσης και το ποσό του 1.200.000 ευρώ για ιεραποστολικό και κοινωνικό έργο αλλά και τη χορηγία υποτροφιών σε άπορους φοιτητές. Παράλληλα ενισχύει τη λειτουργία πολλών ιδρυμάτων μεταξύ των οποίων 14 βρεφονηπιακών σταθμών, 80 γηροκομείων, 41 ορφανοτροφείων, 13 φοιτητικών εστιών κ.ά. Από την πρώτη στιγμή της εκλογής του, ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος δήλωνε πώς βούλησή του είναι η Εκκλησία «να αγκαλιάσει περισσότερο τον πάσχοντα άνθρωπο, επεκτείνοντας με τη βοήθεια της περιουσίας της το φιλανθρωπικό της έργο»…

«Η Εκκλησία δεν αξιοποιεί την περιουσία της για να καρπωθεί τους πόρους που θα προέλθουν αλλά για να μεγαλώσει το έργο της και να στηρίξει ακόμα περισσότερους συνανθρώπους μας που έχουν ανάγκη. Αυτό είναι και το όραμα του νέου Αρχιεπισκόπου», τονίζει ο κ. Ζαμπέλης και προσθέτει: «Η εκκλησιαστική περιουσία δεν ανήκει σε ορισμένα πρόσωπα. Ανήκει στους πιστούς, ανήκει στον λαό και μέσα από το έργο της Εκκλησίας αξιοποιείται προς όφελος των πολλών. Είναι μια περιουσία της Κοινωνίας».

«Με τα 200.000 στρέμματα, τι θα γίνει;»

Η «ιερή περιουσία» αποτέλεσε πολλές φορές βασική αιτία συγκρούσεων Πολιτείας – Εκκλησίας.

-Το 1833 η βασιλική κυβέρνηση του Οθωνα προχώρησε στη διάλυση 416 ιστορικών Μονών, δηλαδή του 50% των μοναστηριών, δήμευσε τις εκτάσεις τους και εκποίησε τα κινητά περιουσιακά στοιχεία τους.

-Τα 1920 μετά αίτημα του Βενιζέλου η Εκκλησία της Ελλάδος δέχθηκε να παραχωρήσει, χωρίς ανταλλάγματα, το ήμισυ της περιουσίας της για την αποκατάσταση των προσφύγων. Το ίδιο συνέβη δύο χρόνια αργότερα, αλλά και το 1926.

-Το 1930 ιδρύθηκε ο ΟΔΕΠ στον οποίο περιήλθε σχεδόν η μισή μοναστηριακή περιουσία που χαρακτηρίστηκε ρευστοποιήσιμη, ενώ ανέλαβε και τη διαχείριση εν γένει της εκκλησιαστικής περιουσίας πλην των Ιερών Ναών.

-Το 1945 το κράτος αναλαμβάνει τη μισθοδοσία των κληρικών, η οποία ωστόσο θα ξεκινήσει πέντε χρόνια αργότερα.

-Το 1952 η κυβέρνηση Πλαστήρα απαλλοτρίωσε περισσότερα από 800.000 στρέμματα εκκλησιαστικής γης. Με νόμο που εκδόθηκε προβλεπόταν πως η αποζημίωση που θα λάμβανε η Εκκλησία θα αντιστοιχούσε στο 1/3 της αντικειμενικής αξίας της απαλλοτριωμένης γης, δηλαδή περίπου 98 δισ. δραχμές της εποχής. Η Εκκλησία υποστηρίζει πως ουδέποτε έλαβε την αποζημίωση, ενώ το κράτος εκτιμά ότι η Εκκλησία τού οφείλει ακόμα περίπου 200.000 στρέμματα!