ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα σενάρια μιας οριακής πλειοψηφίας

Πριν ανοίξουν οι κάλπες τίποτα δεν είναι δεδομένο, αλλά οι δημοσκοπήσεις δεν αφήνουν περιθώρια για το ποιος θα είναι ο νικητής των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου. Το προβάδισμα του ΠΑΣΟΚ είναι της τάξεως των 5 – 6 μονάδων και παγιωμένο. Επειδή είναι προϊόν παρατεταμένης πολιτικής φθοράς κι όχι συγκυριακού πολιτικού σπασμού, είναι μάλλον απίθανο να ανατραπεί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Ετσι όπως έχουν έλθει τα πράγματα, οι επιδόσεις των δύο πρωταγωνιστών στην τελική ευθεία θα επηρεάσουν το μέγεθος της «πράσινης» νίκης και αντιστοίχως της «γαλάζιας» ήττας.

Το εν λόγω μέγεθος δεν είναι μόνο θέμα εντυπώσεων. Εχει και πολύ πρακτικές πολιτικές συνέπειες. Ο πρωθυπουργός επέλεξε να προκηρύξει εκλογές τώρα όχι τόσο για να αποφύγει μια μακρά προεκλογική περίοδο, όπως δηλώνει, όσο για να μην υποστεί εκλογική πανωλεθρία τον ερχόμενο Μάρτιο. Θεωρητικά, το κυβερνών κόμμα θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί το εξάμηνο μέχρι την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας για να ανατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων. Πρακτικά, οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο ήταν αμελητέες.

Υπενθυμίζουμε ότι το ΠΑΣΟΚ πέρασε στην πρώτη θέση πριν από ένα χρόνο. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου οι σπασμωδικές και αποσπασματικές προσπάθειες του Κώστα Καραμανλή να γυρίσει το παιχνίδι έπεσαν στο κενό. Τα σκάνδαλα και η κακή δημοσιονομική κατάσταση, που οξύνθηκε περαιτέρω από τη διεθνή οικονομική κρίση, ουσιαστικά έχουν θέσει την κυβέρνηση σε τροχιά πολιτικής απαξίωσης. Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών αποτύπωσε αυτή την πραγματικότητα και τροφοδότησε τη δυναμική επανόδου του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, παρ’ ότι σε μεγάλο βαθμό συνεχίζει να μην πείθει.

Ο πρωθυπουργός διεκδικεί τη νίκη και δεν θα μπορούσε δημοσίως να λέει κάτι διαφορετικό. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που πραγματικά μπορεί να διεκδικήσει είναι η «μικρή ήττα». Οπως έχουμε ήδη αναφέρει, δεν πρόκειται μόνο για θέμα εντυπώσεων. Αφορά και τη μελλοντική πολιτική ανάκαμψη της Ν.Δ. και την παραμονή του Κώστα Καραμανλή στο τιμόνι της.

Δεν θα παραιτηθεί

Η δήλωσή του ότι θα παραμείνει δεν έχει από μόνη της αποδεικτική αξία, γιατί δεν θα μπορούσε σε προεκλογική περίοδο να πει κάτι διαφορετικό. Υπάρχουν συγκλίνουσες εκτιμήσεις, όμως, ότι δεν προτίθεται να παραιτηθεί. Ο μόνος λόγος, που θα τον ωθούσε προς αυτή την κατεύθυνση είναι μια πολύ βαριά ήττα. Μ’ αυτή την έννοια, τόσο η διενέργεια εκλογών τώρα όσο και ο τρόπος που φαίνεται ότι θα δώσει τον προεκλογικό αγώνα, έχουν σχέση με την παραμονή του ή όχι στην ηγεσία.

Το μέγεθος της ήττας θα επηρεάσει τις μετεκλογικές εξελίξεις και συνολικότερα. Πολλοί εστιάζουν στο εάν το ΠΑΣΟΚ θα κατακτήσει ή όχι αυτοδυναμία, θεωρώντας ότι εκεί θα κριθεί το ζήτημα της εξουσίας. Αυτό, όμως, δεν ισχύει. Το εκλογικό σύστημα είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του πρώτου κόμματος. Ακόμα και εάν δεν κερδίσει αυτοδυναμία, το πριμ των 40 εδρών τού εξασφαλίζει τον απόλυτο έλεγχο του παιχνιδιού. Θεωρητικά, βεβαίως, υπάρχει η δυνατότητα όλα τα άλλα κόμματα να συνεργασθούν για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Στην πράξη, όμως, αυτό είναι αδύνατο. Είναι δεδομένο ότι το ΚΚΕ δεν συμμετέχει σε κυβέρνηση, πολύ περισσότερο από κοινού με το ΛΑΟΣ.

Εάν, όπως όλα δείχνουν, πρώτο κόμμα είναι το ΠΑΣΟΚ, το χειρότερο σενάριο για τον Γιώργο Παπανδρέου δεν είναι η έλλειψη αυτοδυναμίας. Είναι η οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Σε μία τέτοια περίπτωση, θα βρεθεί στο δίλημμα ή να προκηρύξει αμέσως νέες εκλογές ή να κυβερνήσει με 151-152 έδρες.

Οταν υπάρχει η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, η προκήρυξη νέων εκλογών μάλλον θα προκαλέσει πολιτικές παρενέργειες. Το ΠΑΣΟΚ, άλλωστε, βαδίζει προς την εξουσία λόγω του συνδρόμου της αρνητικής ψήφου κι όχι επειδή θεωρείται αξιόπιστη εναλλακτική λύση στο πρόβλημα της διακυβέρνησης. Κατά συνέπεια, το πιθανότερο είναι ο Γιώργος Παπανδρέου να μην πάρει το ρίσκο και να κυβερνήσει με τις όποιες δυσκολίες συνεπάγεται η οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Στην περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ δεν αποσπάσει αυτοδυναμία, όλα τα χαρτιά θα είναι στα χέρια του. Για λόγους εντυπώσεων θα απευθύνει πρόταση κυβερνητικής συνεργασίας στον ΣΥΡΙΖΑ. Λόγω και των έντονων εσωτερικών αντιθέσεών του, κατά πάσα πιθανότητα αυτός θα την απορρίψει ή θα θέσει απαγορευτικούς όρους. Ο Γιώργος Παπανδρέου θα έχει την αναγκαία δικαιολογία για να οδηγήσει σε νέες εκλογές. Θα ζητήσει καθαρή αυτοδυναμία για να κυβερνηθεί ο τόπος και οι αντίπαλοί του δεν θα μπορούν να αντιτάξουν σοβαρό αντεπιχείρημα.

Υπό την απειλή να παραταθεί η ακυβερνησία σε μία τόσο δύσκολη συγκυρία, το ΠΑΣΟΚ θα αποσπάσει μεγαλύτερο ποσοστό, ενώ το πριμ που θα πάρει ως πρώτο κόμμα θα είναι 50 κι όχι 40 έδρες, λόγω της τροποποίησης που έκανε στον εκλογικό νόμο ο Προκόπης Παυλόπουλος. Με άλλα λόγια, εάν ξαναστηθούν κάλπες, κατά πάσα πιθανότητα οι «πράσινοι» θα βρεθούν με άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Το σενάριο της συγκυβέρνησης των δύο μεγάλων παρατάξεων, που συγκινεί πολύ επιχειρηματικούς κύκλους, είναι εκτός ημερήσιας διάταξης. Θα υπήρχε ως ενδεχόμενο εάν ωθούσε προς τα εκεί η κοινοβουλευτική αριθμητική. Εάν, δηλαδή, δεν μπορούσε να προκύψει αλλιώς βιώσιμη κυβέρνηση. Οπως αναλύσαμε παραπάνω, όμως, αυτό δεν συμβαίνει.

Τα δύο κλειδιά

Το εάν θα πάρει το ΠΑΣΟΚ αυτοδυναμία στις 4 Οκτωβρίου δεν εξαρτάται από τη διαφορά που θα το χωρίζει από τη Ν.Δ. Εξαρτάται αφ’ ενός από το ποσοστό του κι αφ’ ετέρου από το εάν θα μπουν στη Βουλή ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Οικολόγοι. Εάν τα δύο αυτά μικρά κόμματα δεν συγκεντρώσουν το αναγκαίο 3%, οι «πράσινοι» δύσκολα θα χάσουν την αυτοδυναμία, δεδομένου ότι το αναγκαίο ποσοστό θα είναι κάτω από το 40%.

Η είσοδος του ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή στις 4 Οκτωβρίου δεν εξασφαλίζει αυτομάτως και την κοινοβουλευτική επιβίωσή του. Εάν το ΠΑΣΟΚ δεν αποσπάσει αυτοδυναμία και ξαναστηθούν κάλπες, τα μικρότερα κόμματα θα πιεσθούν. Περισσότερο θα πιεσθεί ο όμορος ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, εάν στις επικείμενες εκλογές καταφέρει να μπει στη Βουλή το ποσοστό του δεν θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το 3%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι μάλλον αναπόφευκτες απώλειες στις «κολλητές» εκλογές μπορεί να αποβούν μοιραίες.