ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Πλήρωνα τα δύο κόμματα έως και το 2007»

«Οι πολιτικοί των κομμάτων ζητούσαν συνέχεια χρήματα που θα έπρεπε να τους καταβάλλουμε, μέχρι και το 2007, κάτι που έβρισκα απίστευτο, καθώς σε αυτό το διάστημα, το σκάνδαλο της διαφθοράς στη Siemens ήταν ένα τεράστιο σκάνδαλο…».

Οι τέσσερις πολύωρες απολογίες του πρώην στελέχους της Siemens κ. Μιχάλη Χριστοφοράκου στη Γερμανίδα ανακρίτρια Μπόιμλερ-Χεσλ, διαβάζονται και σαν ένα «δριμύ κατηγορώ» κατά του πολιτικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα.

Ο κ. Χριστοφοράκος, στην πρώτη κιόλας κατάθεσή του στην ανακρίτρια του Μονάχου, στις 2.7.2009, ανέφερε ότι η Siemens είχε μετά την πρώτη υπόθεση των ψηφιακών παροχών που μπήκε στο αρχείο «πολύ αρνητικό τύπο». Ο τότε επικεφαλής των σταθερών δικτύων της εταιρείας Πέτερ Πριμπίλα ήθελε να βελτιώσει η Siemens την εικόνα της στην Ελλάδα «με τη βοήθεια ενός προγράμματος που θα ανέτρεπε τη στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην Siemens, και με μία πολύ ισχυρότερη δικτύωση αντίστοιχη άλλων μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων…».

Από τη συζήτηση αυτή, προέκυψε ένα σχέδιο «για την καλύτερη τοποθέτηση της Siemens στην Ελλάδα με δικτύωση αντίστοιχη άλλων ελληνικών επιχειρήσεων… Ιδιαίτερα μας συστήθηκε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα άλλων ελληνικών επιχειρήσεων και για την «καλλιέργεια του τοπίου» να δίνουμε συστηματικά χορηγίες σε πολιτικά κόμματα»…

Με «κάλυψη»

Τα χρήματα δίνονταν «καλυμμένα» επειδή θα ήταν δυσάρεστο να «αποκαλυφθεί ότι η Siemens πλήρωνε τα πολιτικά κόμματα…».

Το συμβόλαιο του ΟΤΕ επελέγη «για να υπάρχει μια συγκεκριμένη βάση υπολογισμού από τον κ. Πριμπίλα.

Πάνω στο ύψος αυτού του συμβολαίου υπολογίσθηκε το 2%, ή όπως φαίνεται σε ένα σημείωμα της δικογραφίας 18 εκατομμύρια μάρκα. Ο κ. Χριστοφοράκος υπολογίζει ότι το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στο 0,4% του συνολικού τζίρου της εταιρείας του ομίλου Siemens στην Ελλάδα.

Για το μηχανισμό εισροής των χρημάτων στην Ελλάδα, ο κ. Χριστοφοράκος αναφέρει στην κατάθεσή του ότι τον λογαριασμό της Placid Blue τον διαχειριζόταν ο Γιώργος Καλδής, που γνώριζε τον Πριμπίλα: «Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να τονίσω ότι δεν κράτησα για τον εαυτό μου ούτε ένα σεντ. Οσα χρήματα διακινήθηκαν από αυτό το κανάλι τοποθετήθηκαν για τα συμφέροντα της Siemens… Ο Γ. Καλδής έφερνε τα χρήματα στην Ελλάδα, τα έπαιρνα από αυτόν και τα έδινα σχετικά γρήγορα στους ανθρώπους που ήταν εντεταλμένοι από τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Σε τελευταία ανάλυση, τα χρήματα προορίζονταν για τα κόμματα. Στην Ελλάδα έτσι γίνεται, παίρνεις συχνά τηλεφωνήματα από το κόμμα και σε παρακαλούν να τους δώσεις οικονομική βοήθεια… Τηλεφωνήματα δεχόμουν από τα δύο κεντρικά γραφεία των κομμάτων, ονομαστικά από τον κ. Κώστα Γείτονα του ΠΑΣΟΚ και τον Γιάννη Βαρθολομαίο, τον υπεύθυνο για τα οικονομικά της Νέας Δημοκρατίας. Αποδείξεις φυσικά δεν υπήρχαν. Μου ήταν σαφές ότι αυτοί οι υπεύθυνοι για τα οικονομικά δεν κρατούσαν τα χρήματα για αυτούς αλλά -έτσι πίστευα- τα παρέδιδαν στο κόμμα…».

Ο κ. Χριστοφοράκος θυμάται ότι επισκέφθηκε τον κ. Γείτονα μία τουλάχιστον φορά στο γραφείο του «στο πρώην παλάτι των Βιττελσβάχων», δηλαδή την ελληνική Βουλή και στο γραφείο του «στο κέντρο της Αθήνας…».

Την περίοδο αυτή ο κ. Χριστοφοράκος ανησυχούσε ότι θα μπορούσε να καθυστερήσει η παράδοση του συστήματος ασφαλείας C4I και άλλα μεγάλα επενδυτικά σχέδια στα οποία, ιδιαίτερα ο κλάδος τηλεπικοινωνιών της Siemens είχε επενδύσει τεράστια ποσά.

«Στον Γείτονα είπα χωρίς περιστροφές ότι η Siemens θα δίνει πάντα χρήματα στα κόμματα, για να στηρίξει το σταθερό δικομματικό σύστημα… θα μπορούσα όμως να φανταστώ ότι η Siemens θα μπορούσε να κάνει μια επιπλέον χορηγία στο κόμμα, χτίζοντας στο 2% αν το κόμμα φρόντιζε να παραληφθεί το έργο ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων έγκαιρα. Η χορηγία μας θα ήταν μία προκαταβολή…

…Ο Γείτονας μου είπε με γλώσσα που στρογγύλευε τα πράγματα, αλλά με σαφήνεια όπως αντελήφθην, ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε. Θα έκανε τις ανάλογες κουβέντες και θα φρόντιζε γι’ αυτό…»

Ο Χριστοφοράκος έκανε το ίδιο, πάντα σύμφωνα με την κατάθεσή του και προς την άλλη πλευρά. Με τον (εκλιπόντα) Γιάννη Βαρθολομαίο συναντιόταν, μετά από επιθυμία του ιδίου που επιθυμούσε διακριτικότητα, σε δωμάτιο της Μεγάλης Βρετανίας που νοίκιαζε ο Χριστοφοράκος και πληρωνόταν από την Siemens. «… Και σε αυτόν είπα ό,τι και στον κ. Γείτονα. Και αυτός ήταν έτοιμος, με την προοπτική ότι θα έπαιρνε χρήματα για το κόμμα, να ασκήσει την επιρροή του στα δικά του κομματικά μέλη. Αυτοί έπρεπε στις αποφάσεις που έπαιρναν να ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια προς το συμφέρον της Siemens…»

Παραγραφή

Ο κ. Μ. Χριστοφοράκος αν και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας δήλωσε άγνοια για χρηματορροές σε άλλους τομείς δραστηριότητας της Siemens όπως ο κλάδος ιατρικών μηχανημάτων, ο ΟΤΕ και ο ΟΣΕ. Η μομφή των Σίκατσεκ και Νιντλ ότι πλήρωσαν για τα προγράμματα του υπουργείου Αμύνης «ΠΑΤΡΙΟΤ» και «ΕΡΜΗ» αφορούσε κατά την άποψη του κ. Χριστοφοράκου πράξεις που είχαν κατά το γερμανικό δίκαιο παραγραφεί… Οχι όμως και κατά το ελληνικό.

Γύρω στο 2004 ο Σίκατσεκ είπε στον Χριστοφοράκο ότι η διακίνηση χρημάτων μέσω της Placid Blue δεν ήταν πλέον ασφαλής. Επρεπε να βρεθεί μία άλλη εταιρεία και αυτή ήταν η Fairways του Αλέξανδρου Λέτσα.

Ο Χριστοφοράκος είπε ότι ήθελε αυτά τα χρήματα για την παραλαβή τμημάτων του C4I στο δεύτερο τρίμηνο του 2004. Τα χρήματα πληρώθηκαν λοιπόν προκαταβολικά στo λογαριασμό της Fairways στη Βασιλεία. Αλλά στη συνέχεια δημιουργήθηκαν προβλήματα με τους λογαριασμούς εκείνων που θα «αντίκριζαν» τα ποσά σε άλλες χώρες. Ο Χριστοφοράκος λέει ότι από τον Αύγουστο ώς τον Οκτώβριο του 2004 εισέπραξε και διακίνησε 200.000 ευρώ.

Χρήματα για το ΠΑΣΟΚ σε ελβετικές τράπεζες;

Στην κατάθεσή του στις 6 Ιουλίου του 2007 ο κ. Χριστοφοράκος λέει στην ανακρίτρια Μπόιμλερ – Χεσλ ότι στην Ελβετία υπάρχουν ακόμα «χρήματα της Siemens σε ιδιωτικούς λογαριασμούς».

«Οι ιδιώτες που τους διαχειρίζονται είναι αχυράνθρωποι, δεν τους ενημέρωσα για τον σκοπό των πληρωμών» συμπληρώνει. Ο κ. Χριστοφοράκος δεν θέλει να ονομάσει τους δύο ανθρώπους που διαχειρίζονταν τους λογαριασμούς του για να μην τους επιβαρύνει ποινικά και να μην προκαλέσει επαγγελματικά προβλήματα.

«Στον έναν από αυτούς τους λογαριασμούς κατατέθηκαν 400.000 ευρώ, στον άλλο 600.000 ευρώ. Τα χρήματα είναι εκεί, εδώ και έξι χρόνια. Απ’ ό,τι θυμάμαι τα χρήματα αυτά διακινήθηκαν από τους λογαριασμούς του Καλδή, δηλαδή είτε από έναν λογαριασμό της Placid Blue είτε από εκείνον της Sandbury (σ.σ.: προς την Ελβετία). Ο λόγος ήταν ότι μέλη του ΠΑΣΟΚ με παρακάλεσαν να μην μεταβιβάσω τα χρήματα στην Ελλάδα, αλλά να τα φυλάξω παρακαταθήκη στην Ελβετία. Ποιος ήταν εκείνος με τον οποίο μίλησα δεν το γνωρίζω – νομίζω όμως ότι ο κ. Τσουκάτος ήταν τότε ο συνομιλητής μου…».

Από τις καταθέσεις του κ. Χριστοφοράκου δεν γίνεται σαφές πόσα χρήματα ακριβώς διακίνησε, η αμερικανική δικηγορική εταιρεία Debevoice &Plimpton τού «καταλογίζει» 11 εκατομμύρια ευρώ. Ο Σίκατσεκ λέει ότι ο Μ. Χριστοφοράκος χρειαζόταν 10 εκατομμύρια ευρώ για να πληρώσει τέσσερα υπουργεία για το έργο ασφάλειας των Αγώνων του 2004. Ο Χριστοφοράκος αρνείται ότι έδωσε στον Σίκατσεκ αυτήν την πληροφορία και αναφέρει ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ατελέσφορο εξ αιτίας της συναρμοδιότητας που αναγκαστικά υπήρχε στην παραλαβή του C4Ι.

«Αυτό που είπα στον Σίκατσεκ ήταν ότι στο έργο ήταν εμπλεκόμενα τέσσερα υπουργεία…». Ο κ. Χριστοφοράκος υπολόγισε πάντως ότι κάθε χρόνο, από την εισαγωγή του ευρώ, έπαιρνε μια «προκαταβολή» έναντι του 2%, από 1,2 έως 1,8 εκατομμύρια ευρώ. Ο Χριστοφοράκος είπε στην ανακρίτρια ότι δεν θυμάται αν είχε ζητήσει 10 εκατομμύρια από τον Σίκατσεκ για το C4I. «Νομίζω ότι ήταν λιγότερα. Χρειαζόμουν όμως προκαταβολικά το ποσό μιας ολόκληρης ετήσιας καταβολής…». Πάντως, ο Μιχάλης Χριστοφοράκος στην τελευταία κατάθεση στις 15.7.2009 άλλαξε γνώμη σχετικά με ένα σημείωμα που αφορούσε την Placid Blue και μία εκταμίευση 1.669.000 από τον Σίκατσεκ προς τον ίδιο. Ενώ αρχικά είχε αναγνωρίσει ότι το σημείωμα είχε γραφτεί από το χέρι του λίγο πριν αφήσει το γραφείο της ανακρίτριας, στις 15/7 άλλαξε γνώμη και είπε ότι το σημείωμα έχει γραφτεί από άλλον.

Η δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα και ο μηχανισμός της διαφθοράς

Ο Μιχάλης Χριστοφοράκος εξήγησε διά μακρόν στη Γερμανίδα ανακρίτρια πώς δουλεύει η ελληνική δημόσια διοίκηση, προκειμένου να συνδέσει τη χρηματοδότηση των κομμάτων από τα «μαύρα ταμεία» με τη συμπεριφορά των δημοσίων υπαλλήλων. «Στην Ελλάδα», λέει στην κατάθεσή του στις 6 Ιουλίου 2009, «ο υπαλληλικός μηχανισμός είναι, ξεκινώντας από τα υπουργεία μέχρι τις απλές υπηρεσίες, διογκωμένος και γεμάτος υπεράριθμους υπαλλήλους. Στον μηχανισμό αυτόν γίνονται «διπλές τοποθετήσεις» όταν γίνεται αλλαγή κυβέρνησης, δεν είναι δυνατόν να απολυθούν οι υπάλληλοι που έχουν μονιμότητα. Παράλληλα, η νέα κυβέρνηση δεν έχει εμπιστοσύνη σε αυτούς τους «παλιούς» υπαλλήλους. Ετσι, τοποθετεί «δικούς της ανθρώπους εμπιστοσύνης» που αποκτούν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου. Πριν από τις εκλογές το κυβερνητικό κόμμα γεμίζει τις κενές θέσεις με δικούς του ανθρώπους για να εξασφαλίσει τις ψήφους τους. Από την άλλη πλευρά κάνει αυτές τις προσλήψεις και για την περίπτωση που χάσει τις εκλογές, ώστε να δυσκολέψει «τη ζωή» της κυβέρνησης που θα την διαδεχθεί»… Θέλοντας να εξηγήσει γιατί δεν χρειάζονταν κατευθείαν πληρωμές στους δημόσιους υπαλλήλους, ο Χριστοφοράκος είπε ότι «έτσι λειτουργεί (σ.σ.: το σύστημα), δηλαδή οι υπάλληλοι γνωρίζουν τι απόφαση πρέπει να πάρουν όταν τους τηλεφωνήσουν πολιτικοί του κόμματος -αν δεν συμπεριφερθούν όπως θέλουν οι πολιτικοί, η καριέρα τους βρίσκεται σε αδιέξοδο. Αν φερθούν έτσι όπως είναι επιθυμητέο, τότε έχουν γρήγορη εξέλιξη, παίρνουν καλύτερες θέσεις και εξασφαλίζουν ανέσεις, όπως υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Ο καθένας που έχει εξελιχθεί σε αυτό το σύστημα ξέρει πώς πρέπει να φερθεί – αυτό ισχύει από τον πιο απλό υπάλληλο μέχρι τους πάνω ορόφους. Γι’ αυτό πληρώνονται τα χρήματα στα κόμματα…».