ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τηλεμαχίες υποψηφίων που έμειναν στην Ιστορία

Ο Ζακ Σιράκ επιστράτευσε το κλασικό ύφος γαλλικής ευγένειας. Το ντιμπέιτ του 1988 είχε μόλις αρχίσει κι εκείνος ήθελε να ξελογιάσει απ’ την αρχή τους ψηφοφόρους. «Επιτρέψτε μου να σας πω», έκανε στον Φρανσουά Μιτεράν, «πως αυτή τη στιγμή, εγώ δεν είμαι πρωθυπουργός κι εσείς δεν είστε πρόεδρος. Είμαστε και οι δύο υποψήφιοι. Ισοι. Γι’ αυτό, θα μου επιτρέψετε να σας αποκαλώ «αγαπητέ μου Μιτεράν»». Ο Μιτεράν κοίταξε την κάμερα απέναντι με μισό χαμόγελο. Υστερα γύρισε στον Σιράκ. «Μα και βέβαια», είπε. «Εχετε απόλυτο δίκιο… αγαπητέ μου πρωθυπουργέ!».

Ολα είναι θέμα στυλ, ειδικώς αν πρόκειται για μάχη «ένας εναντίον ενός». Εκεί κάθε λάθος πληρώνεται και κάθε πόντος μετράει διπλός. Κι αν στην Ελλάδα πρώτη φορά ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε το ντιμπέιτ – μονομαχία «Καραμανλής vs Παπανδρέου», στην Ευρώπη, κάθε χώρα έχει τη δική της ιστορία τηλεοπτικών μονομαχιών. Στη Βρετανία, ας πούμε, η πρώτη απόπειρα να γίνει ντιμπέιτ τορπιλίστηκε απ’ τα θατσερικά πυρά. Ο Νιλ Κίνοκ έθεσε το σχετικό αίτημα το 1987, μόνο και μόνο για να εισπράξει μια κλασική, άρνηση αλά Θάτσερ: «Μια τέτοια συζήτηση θα προκαλούσε περισσότερο θερμό αέρα παρά φως»! Κάτι αντίστοιχο εισέπραξε και ο Βίλι Μπραντ το 1969 στη Γερμανία, όταν πέταξε το τηλεοπτικό γάντι στον καγκελάριο Κουρτ Γκέοργκ Κίζινγκερ. «Δεν ταιριάζει στον καγκελάριο να κάθεται σε μια καρεκλίτσα και να περιμένει πότε θα του δώσουν τον λόγο!» ήταν η απάντηση. Την οποία, όμως, η γερμανική κοινή γνώμη δεν την είδε και πολύ θετικά. Τελικά, θέλοντας και μη, ο καγκελάριος κάθισε στην «καρεκλίτσα» και υπέστη το ντιμπέιτ μέχρι τέλους.

Α λα ιταλικά

Αλλά βέβαια, τίποτε δεν συγκρίνεται με τα ιταλικά ντιμπέιτ. Οπως εκείνο του 2006, το οποίο ξεκίνησε πριν αρχίσουν οι κάμερες να γράφουν! Βλέπετε, ο Ρομάνο Πρόντι αρνήθηκε να συμμετέχει κι έτσι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι βρήκε ευκαιρία: «Δεν πειράζει», είπε. «Δεν θα έχει και μεγάλη διαφορά να μιλήσω με μια αδειανή καρέκλα»! Εννοείται πως ο Πρόντι πέρασε στην αντεπίθεση: «Ισως θα ήταν καλύτερα να ανέβει πάνω στην καρέκλα, για να μοιάζει με άνθρωπο κανονικού ύψους!», απάντησε. Το κλίμα είχε ήδη ζεσταθεί – διόλου παράξενο που όταν πια έγινε το ντιμπέιτ, το σκηνικό θύμιζε περισσότερο stand up comedy. Ο Πρόντι μπήκε στη μάχη με μια φράση του Μπέρναρντ Σο: «Ο πρωθυπουργός στηρίζεται στους αριθμούς όπως οι μεθύστακες στις λάμπες του δρόμου. Και οι δύο το κάνουν για να κρατηθούν όρθιοι»! Προς στιγμήν, ο Μπερλουσκόνι εθίγη. «Απαράδεκτο!», φώναξε. «Λίγο σεβασμό στον πρωθυπουργό!». Και λίγα λεπτά μετά, που πήρε τον λόγο, έδωσε τον τέλειο ορισμό του μπερλουσκονικού σεβασμού: «Ο Πρόντι», είπε, «είναι σαν τους… χρήσιμους ηλίθιους! Εχει αυτό το χαμογελαστό πρόσωπο που θυμίζει παπά ενορίας και απλώς το δανείζει στην Αριστερά»!

Περιέργως, η μπερλουσκονική ατάκα πέτυχε τον στόχο της. Αλλά αυτό έχει να κάνει με το ταμπεραμέντο των ψηφοφόρων. Διότι, όπως κάθε Αμερικανός επικοινωνιολόγος θα μπορούσε να σας διαβεβαιώσει, ο Σίλβιο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού δεν θα είχε καμία τύχη. Οπως δεν είχε και ο Ρίτσαρντ Νίξον, όταν βρέθηκε απέναντί του ο Τζ. Κένεντι.

Χωρίς μακιγιάζ

Ο Νίξον εκείνο το απόγευμα είχε μόλις βγει απ’ το νοσοκομείο. Με το σπασμένο γόνατό του ακόμη να πονάει κι έχοντας χάσει επτά κιλά απ’ την ταλαιπωρία έπρεπε να πάει κατευθείαν στο ντιμπέιτ που τον περίμενε ο Κένεντι. Ο Νίξον μπήκε στο στούντιο κι έδιωξε τη μακιγιέζ. «Μα είστε κίτρινος», ψέλλισε εκείνη, αλλά ο Νίξον δεν σήκωνε κουβέντα. Με το που μπήκε στο πλατό, είδε τον Κένεντι που είχε μόλις γυρίσει απ’ την εκστρατεία του στην Καλιφόρνια. Μαυρισμένος και ξεκούραστος καλωσόρισε τον ταλαίπωρο Νίξον. «Ποτέ άλλοτε δεν έδειχνε τόσο ανανεωμένος», είπε αργότερα ο Νίξον. Αλλά το σημαντικό, ήταν αυτό που είπαν όσοι παρακολούθησαν το ντιμπέιτ. Σχεδόν όλοι όσοι το άκουσαν στο ραδιόφωνο, δήλωσαν πως ο Νίξον ήταν πολύ πιο πειστικός. Μόνο που αυτοί ήταν λίγοι. Ολοι οι υπόλοιποι που το έβλεπαν στην τηλεόραση, δηλαδή η μεγάλη μάζα των Αμερικανών, είπαν πως ο Κένεντι ήταν πολύ καλύτερος. Πως έδειχνε όπως πρέπει να δείχνει ένας πραγματικός πρόεδρος.

«Στην τηλεόραση, όλα είναι εικόνα», λένε οι επικοινωνιολόγοι. Εξ ου και ο βασιλιάς των αμερικανικών ντιμπέιτ δεν μπορούσε να είναι άλλος, παρά ο Ρόναλντ Ρέιγκαν. Απέναντι απ’ την κάμερα, στεκόταν μόνο όπως ένας παλιός ηθοποιός θα μπορούσε. Οταν στο ντιμπέιτ του 1980 ο Τζίμι Κάρτερ άρχισε την κριτική, ο Ρέιγκαν κούνησε το κεφάλι και σαν ν’ απευθυνόταν σε άτακτο παιδί είπε «πάλι τα ίδια άρχισες;». Εννοείται πως η ατάκα έκανε θραύση – και πως ο Ρέιγκαν κατατρόπωσε τον Κάρτερ. Αλλά την καλύτερή του ατάκα, την είπε πολύ αργότερα. Στα 73 του χρόνια, όταν εν μέσω ντιμπέιτ ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε «μήπως είστε πια πολύ μεγάλος για να ξαναγίνετε πρόεδρος;», ο Ρέιγκαν κοίταξε την κάμερα. «Δεν νομίζω…», έκανε. «Αλλά θέλω να ξέρετε πως εγώ δεν θα θίξω το θέμα της ηλικίας. Δεν θα εκμεταλλευτώ πολιτικά το γεγονός πως ο αντίπαλός μου είναι ακόμη νέος και άπειρος!». Το κοινό ξεκαρδίστηκε, κι ακόμη κι ο αντίπαλός του, ο Ουόλτερ Μοντέιλ, γέλασε με την ατάκα. Αλλά όπως είπε αργότερα «αν δείτε το πλάνο καλύτερα, θα παρατηρήσετε πως μπορεί να γελάω, αλλά είμαι έτοιμος να κλάψω. Εκείνη τη στιγμή ήξερα πως όλα είχαν τελειώσει, και για μένα και για την εκστρατεία μου…».

Το κακό με τα ντιμπέιτ είναι πως μια κακή στιγμή μπορεί να την πληρώσεις με μια ολόκληρη θητεία – αυτό το έμαθε πολύ καλά ο Τζίμι Κάρτερ, όταν είπε πως η σύμβουλός του στην πολιτική είναι η μικρή του κόρη, η Αμι, αλλά και ο Τζορτζ Μπους (ο πατέρας…) που πιάστηκε να κοιτάζει το ρολόι του σαν να βιαζόταν να φύγει δίπλα απ’ τον Μπιλ Κλίντον.

Η παρομοίωση

Και βέβαια, υπάρχει και το ύψιστο παράδειγμα προς αποφυγήν – το λάθος του Νταν Κουέιλ. Το 1988, ως νεαρός υποψήφιος για την αντιπροεδρία, ο Κουέιλ πήγε να παρομοιάσει τον εαυτό του με τον Κένεντι. «Εχω την ίδια εμπειρία», είπε, «που είχε και ο Κένεντι όταν προσπάθησε πρώτη φορά να γίνει πρόεδρος». Μόνο που δεν είχε υπολογίσει ποιον έχει απέναντί του. Ο Λόιντ Μπέντσεν χαμογέλασε. «Γερουσιαστά», είπε ο Μπέντσεν, «έχω υπηρετήσει στον στρατό με τον Τζακ Κένεντι. Τον ήξερα τον Τζακ Κένεντι. Ο Τζακ Κένεντι ήταν φίλος μου. Γερουσιαστά, εσείς δεν είστε ο Τζακ Κένεντι!». Το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Κι αν η κάμερα δεν ήταν απέναντι, μάλλον ο Νταν Κουέιλ θα ξεσπούσε σε κλάματα.