ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι πρώτες επιπτώσεις των μέτρων

Οι πρώτες ενδείξεις από τις πολιτικές επιπτώσεις των δημοσιονομικών μέτρων έχουν γίνει ήδη ορατές.

1) Τα μέτρα στοιχίζουν στο ΠΑΣΟΚ. Η κάμψη της πρωθυπουργικής δημοτικότητας υπολογίζεται σε -6%, της κομματικής δημοτικότητας του ΠΑΣΟΚ σε -7% και της (ήδη χαμηλότερης) κυβερνητικής σε -5% (και συνολικά στο μετεκλογικό εξάμηνο σε -16%). Εντυπωσιακές μεταβολές για χρονικό διάστημα ενός μόλις μήνα. Ωστόσο, αν και σαφώς αποδυναμωμένη, η κυριαρχία του Γ. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ στην πολιτική σκηνή παραμένει λόγω της συγκριτικά μεγαλύτερης υποχώρησης που εμφανίζει η Ν.Δ.

2) Η ανακοπή της βελτιωτικής επίδρασης που άσκησε η εκλογή Σαμαρά στην εικόνα του κόμματος της αντιπολίτευσης μπορεί να αποδοθεί σε δύο κυρίως παράγοντες: Πρώτον, ενώ εντείνεται διαρκώς η κοινωνική απαξίωση της προηγούμενης διακυβέρνησης, η σημερινή ηγεσία τείνει να χρεώνεται από την κοινή γνώμη μάλλον τη «συνέχεια», παρά τη «ρήξη» με το παρελθόν. Δεύτερον, τείνει να αναζωπυρώνεται η εικόνα εσωτερικού διχασμού του κόμματος, η οποία είχε υποχωρήσει μετά την προεδρική εκλογή.

3) Η εικόνα της σημερινής αδυναμίας της αντιπολίτευσης ενισχύεται και από τις επιδόσεις του κ. Καρατζαφέρη και του ΛΑΟΣ, των οποίων τόσο η κοινωνική αποδοχή, όσο και κυρίως η «κυβερνητική» ικανότητα έχουν τελευταία ενισχυθεί. Η τάση κοινωνικής του σταθεροποίησης ίσως σχετίζεται με τη μετατόπιση που συντελείται, μέσα στην κρίση, μερίδας των (παραδοσιακών και νέων) μεσαίων στρωμάτων προς τον ιδεολογικό λόγο που εκπέμπει.

4) Στο νέο πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται, θα πρέπει να επισημανθεί ακόμη η περιχαράκωση της Αριστεράς, με ελαφρά ενίσχυση της εικόνας του ΚΚΕ.

Οι μεταβολές στους εκλογικούς συσχετισμούς των πολιτικών δυνάμεων έχουν σήμερα μικρή σημασία. Κατά τα φαινόμενα, η κοινωνική δυσαρέσκεια που αρχίζει να εκδηλώνεται, δεν μεταφράζεται τόσο σε μετατοπίσεις μεταξύ των υπαρχόντων κομμάτων, όσο και κυρίως τείνει να προσλάβει αντικομματική και αντιεκλογική κατεύθυνση.

Επομένως, στην παρούσα μέτρηση, πρωτεύουσας σημασίας αποδεικνύεται πλέον η κοινωνική προτίμηση προς την αποχή, ή τις αντικομματικές πρακτικές του άκυρου και του λευκού. Το σχετικό ποσοστό είναι το μέγιστο που έχει παρατηρηθεί στους δύο τελευταίους εκλογικούς κύκλους (2004-2007 και 2007-2009). Αυτό σημαίνει ότι η τάση εξόδου από το εκλογικό σώμα σήμερα (η πραγματική και όχι η λογιστική αποχή) είναι πιθανόν να υπερβαίνει το 20%. Η πρακτική πολιτική σημασία αυτής της επιταχυνόμενης αποδομητικής εξέλιξης -μόνον έξι μήνες ύστερα από τις τελευταίες εκλογές- γίνεται εύκολα κατανοητή. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι το ποσοστό της πραγματικής αποχής στις βουλευτικές εκλογές, από μόλις 6,6% το 2004, αυξήθηκε σε 10,7%, το 2007, και σε 14,5% το 2009.