ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σταθερότητα, αλλά εύθραυστη…

«Η εικόνα που παρουσιάζετε είναι ότι ο χρόνος που πέρασε ήταν αρκετά καλός για την Ελλάδα, μολονότι οι οικονομικές και πολιτικές αβεβαιότητες πολλαπλασιάσθηκαν στην εκπνοή του έτους. Είμαι βέβαιος ότι έχετε δίκαιο όταν μας προειδοποιείτε να μην θεωρούμε δεδομένη τη σταθερότητα στη χώρα και να μην είμαστε βέβαιοι για το σαφή προσανατολισμό της προς τη Δύση, τώρα που η εποχή Καραμανλή φθάνει προς το τέλος της», σημειώνει ο Τίμοθι Ντοντ (Timothy Daunt) της Διεύθυνσης Νότιας Ευρώπης αναφερόμενος στην ετήσια έκθεση για το 1979 του Βρετανού πρέσβη στην Αθήνα Ιαν Σάδερλαντ (FCO9/2961, 12 Φεβρουαρίου 1980).

Προηγουμένως η Μπρετ Μπρουκς της ίδιας διεύθυνσης του Φόρεϊν Οφις παρατηρούσε για την έκθεση Σάδερλαντ (FCO9/2961, 8 Φεβρουαρίου 1980): «Πίσω από τη λάμψη της ένταξης στην Ε.Ε., των υπουργικών επισκέψεων στη Μέση Ανατολή, τη Σοβιετική Ενωση, την Ανατολική Ευρώπη και την Κίνα, η ελληνική πραγματικότητα κατά κάποιο τρόπο προκαλεί ανησυχία. Η σταθερότητα στη χώρα είναι εύθραυστη: η οικονομία αντιμετωπίζει μια δύσκολη περίοδο, μολονότι είναι αρκετά ανθεκτική, και του χρόνου θα εκτεθεί στον σκληρό ανταγωνισμό της Κοινότητας. Δύο νέα κόμματα έχουν κάνει την εμφάνισή τους -το ένα της κεντροαριστεράς και το άλλο της δεξιάς- και προσπαθούν να προσελκύσουν οπαδούς από τη Νέα Δημοκρατία; Τέλος υπάρχει ένα ερώτημα που αφορά το πολιτικό μέλλον του Καραμανλή, το μόνο πρόσωπο, υπό τις παρούσες συνθήκες, που έχει την ικανότητα να ενώσει τη χώρα».

Περίπου ένα χρόνο αργότερα ο επιτετραμμένος της βρετανικής πρεσβείας Μάικλ Λουέλιν Σμιθ παρατηρούσε, έπειτα από τις διευκρινίσεις που είχε ζητήσει το Φόρεϊν Οφις σχετικά με το ενδεχόμενο νέου στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Ελλάδα (FCO9/2960, 23 Δεκεμβρίου 1980): «Δεν πρόκειται να σημειωθεί επέμβαση του στρατού πριν από τις επόμενες εκλογές. Το κλίμα για κάτι τέτοιο είναι αρνητικό στην κοινή γνώμη και στον πολιτικό κόσμο στο σύνολό του εκτός από την περίπτωση μιας μικρής περιθωριακής ομάδας της δεξιάς. Εκτιμούμε ότι το ίδιο ισχύει και για το σώμα των Ελλήνων αξιωματικών». Τρεις ήταν οι περιπτώσεις μετά τη διεξαγωγή των εκλογών του 1981 που θα ήταν πειρασμός για τον στρατό, κατά τον Λουέλιν Σμιθ:

α) Σοβαρή και παρατεταμένη αναταραχή στο εσωτερικό.

β) Προδοσία των στόχων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

γ) Η επιτυχής κατάκτηση της εξουσίας από τους κομμουνιστές.

«Ακόμη κι αν έχουμε μη αυτοδύναμη κυβέρνηση, και επακολουθήσει μια μεγάλη περίοδος πολιτικών διαβουλεύσεων, χωρίς σταθερή κυβέρνηση και με ακραίες ομάδες στους δρόμους, και πάλι πιστεύουμε ότι ο στρατός θα συγκρατηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα… Η πολιτική του ΠΑΣΟΚ για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και για απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων δεν είναι αναγκαίο να προκαλέσουν επέμβαση του στρατού. Αυτό θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα του Παπανδρέου να πείσει το στράτευμα ότι το ΠΑΣΟΚ θα εξασφαλίσει μια ισχυρή άμυνα για τη χώρα και ότι μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα είναι σε θέση να ενισχύσει τις ένοπλες δυνάμεις με τα απαραίτητα πολεμοφόδια και ανταλλακτικά. Παράλληλα, η μη επέμβαση του στρατού εξαρτάται εν μέρει κι από την επιτυχία του Ανδρέα Παπανδρέου να εξουδετερώσει τις αντιδράσεις στις ένοπλες δυνάμεις τοποθετώντας σε θέσεις-κλειδιά υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ… Δεν υπάρχει καμία προοπτική για κομμουνιστική κυβέρνηση στην Ελλάδα στο προβλέψιμο μέλλον. Αυτό που είναι περισσότερο πιθανό είναι, μετά τις εκλογές, το ΚΚΕ να έχει την ισορροπία δυνάμεων όπως το 1936. Μια κατάσταση δηλαδή που οδήγησε στη δικτατορία του Μεταξά. Σε αυτή την περίπτωση ο Παπανδρέου μάλλον θα προκηρύξει εκλογές γρήγορα για να έχει νέα εντολή όπως έκανε ο πατέρας του το 1963-64».