ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πρόταση για «φρένο χρέους»

Μπορεί η συζήτηση να έγινε σε ένα από τα ωραιότερα θέρετρα του Αργοσαρωνικού, το καταπράσινο νησί του Πόρου, ωστόσο οι συνομιλητές είχαν γυρισμένη την πλάτη στη θέα, για να παρακολουθούν γραφήματα για την πορεία του χρέους και την πτώση της ανταγωνιστικότητας των αδύναμων οικονομιών της Ευρωζώνης. Ο λόγος για το κλειστό σεμινάριο του ΕΛΙΑΜΕΠ, έναν ετήσιο θεσμό που συγκεντρώνει κάποια από τα καλύτερα μυαλά της ηπείρου, και φέτος αναζητούσε τις πολιτικές επιλογές για την προσαρμογή της Ευρώπης στην κρίση.

Με την κόντρα της ΕΚΤ με τους Ευρωπαίους πολιτικούς να συνεχίζεται σχετικά με τους όρους συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα σε ένα δεύτερο πρόγραμμα βοήθειας προς την Ελλάδα, το μέλος της Λορέντζο Μπίνι-Σμάγκι εξήγησε τις θέσεις της ΕΚΤ σε μία ομάδα 40 ακαδημαϊκών (αρκετοί από τους οποίους συμβουλεύουν κορυφαίους αξιωματούχους της Ε. Ε.), πολιτικών, στελεχών τραπεζών και δημοσιογράφων.

Υποστήριξε πως τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης θα μπορούσαν να εξουσιοδοτήσουν μια υπερεθνική αρχή για την έκδοση χρέους σε ποσοστό έως 60% του ΑΕΠ, διαδικασία που αποκάλεσε «φρένο χρέους». Πρότεινε το υπόλοιπο, εάν συντρέχει λόγος, να εκδίδεται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Ζήτησε μάλιστα να τροποποιηθούν οι κανόνες που διέπουν τα πακέτα διάσωσης ώστε να μην προϋποθέτουν ομοφωνία.

Κοινή συνισταμένη πολλών προσεγγίσεων ήταν ότι η Ελλάδα χρειάζεται χρόνο για να επιτύχει τη ζητούμενη δημοσιονομική προσαρμογή. Το στέλεχος της Bank America Merrill Lynch Αθανάσιος Βαμβακίδης, μίλησε για την ανάγκη να συνεχιστεί το σχετικό πρόγραμμα επί μία δεκαετία, με τη μετατροπή του δανείου του ΔΝΤ από βραχυχρόνιο στο πιο μακροπρόθεσμο Extended Fund Facility, όπως είναι τα αντίστοιχα της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. Ο κ. Βαμβακίδης ήταν μέχρι πρόσφατα ανώτερο στέλεχος του διεθνούς οργανισμού, με αρμοδιότητα για την Ευρώπη.

Στον απόηχο εξάλλου της δραματικής υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της Πορτογαλίας από τον οίκο Moody’s, στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και της αγοράς συμφώνησαν ότι οι αποφάσεις της Ε. Ε. δεν πρέπει να επηρεάζονται από τις εκτιμήσεις των χρηματιστών. Σημείωναν μάλιστα ότι, όπως δείχνουν περιπτώσεις προσαρμογής, όπως εκείνη της Λεττονίας, οι απαισιόδοξες κρίσεις τους διαψεύσθηκαν, και σύντομα υπήρξε μεταστροφή του κλίματος στις αγορές.

Το παράδειγμα της Λεττονίας, εξάλλου, δείχνει ότι μπορεί να υπάρξει αναδιάρθρωση της οικονομίας χωρίς υποτίμηση του νομίσματος ή πληθωρισμό – δυστυχώς όμως όχι και χωρίς πόνο στην αρχή. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η προσαρμογή αυτή απαιτεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, και ακόμη περισσότερο στο πεδίο της φορολογίας, καθώς «χωρίς αυτές δεν μπορεί να υπάρξει δημοσιονομική προσαρμογή». Ωστόσο, αρκετοί ομιλητές εκφράστηκαν εναντίον της επιμονής στις συζητήσεις για μία ήπια αναδιάρθρωση, καθώς αφενός δεν φαίνεται να προκύπτει συμφωνία των τραπεζών, αφετέρου δεν λύνει το πρόβλημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.

Τέθηκε και η ερώτηση αν θα ήταν καλύτερη μία έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Κι εδώ, δεν ήταν μόνο Ελληνες όπως ο επικεφαλής οικονομολόγος της Eurobank Γκ. Χαρδούβελης που τάχθηκαν κατά μιας τέτοιας λύσης, αλλά και Γερμανοί όπως ο Ανσγκαρ Μπέλκε του Ινστιτούτου DIW.